Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Η βουή και η μανία
Ουίλλιαμ Φώκνερ
Εκδόσεις Καστανιώτη
2010
Σελ. 333
Ο Φώκνερ υπήρξε ιδιοφυής, μοναχικός, ιδιόρρυθμος και αλκοολικός. Η τραγικότητα της ζωής του αλλά και το πάθος και το χάρισμά του να γράφει και να διεισδύει στην ανθρώπινη συνείδηση πέρασαν στα έργα του με ορμή, και αυθεντικότητα. Ο τίτλος του κορυφαίου έργου Η βουή και η μανία προέρχεται από την πέμπτη σκηνή στην πέμπτη πράξη του σαιξπηρικού Μακμπέθ.
Πρόκειται για την ιστορία μιας τυπικής οικογένειας του αμερικανικού Νότου που ζει φυλακισμένη στο παρελθόν της. Παραβιάζοντας με εκπληκτική τεχνική την παραδοσιακή πεζογραφική αφήγηση, ο συγγραφέας αναπτύσσει την ιστορία του μέσω των αδελφών της οικογένειας Κόμπσον, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα και ειδικά η μητέρα και ο πατέρας σκιαγραφούνται ξεκάθαρα μέσα από τις ανεξάρτητες αφηγήσεις . Ο πρώτος αδελφός είναι πνευματικά καθυστερημένος, ο δεύτερος αιμομίκτης και ο τρίτος κωμικός σε βαθμό εξορισμού. Τα τρία αδέλφια είναι αφηγητές των τριών πρώτων κεφαλαίων. Όλα μιλούν για την αδελφή τους στήνοντας το πορτρέτο της μέσω των προσωπικών τους αναμνήσεων και ορίζοντάς της ως το πρόσωπο για το οποίο γράφεται κάθε λέξη. Το κάθε κεφάλαιο έχει την ιδιαιτερότητά του και το ύφος του, το οποίο πηγάζει από την προσωπικότητα του αφηγητή. Το πρώτο είναι αποσπασματικό και ωμό, το δεύτερο ιμπρεσιονιστικό, σκοτεινό και ονειρικό και το τρίτο ρεαλιστικό. Στο τέταρτο κεφάλαιο η οικογένεια ξεθωριάζει ή εκπίπτει ( σαν να εκπίπτει ολόκληρο το κοινωνικό στερέωμα) και η αφήγηση με βιβλικές αναφορές και τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται συνήθης, αποστασιοποιείται από τη δραματικότητα της οικογένειας χωρίς ωστόσο να τη μειώνει.
Τα μυστικά που αποκαλύπτονται, είτε με ποιητική κινηματογραφικότητα, είτε με μακρές περιόδους λόγου χωρίς παύσεις, συμβάλλουν στην ένταση χωρίς να οδηγούν στη λύτρωση. Τα σύνδρομα του Οιδίποδα και της Ηλέκτρας, ο αυτοματισμός στο λόγο, τα ζουμαρίσματα σε λεπτομέρειες εκ προοιμίου αχρείαστες, οι εμμονές των προσώπων, οι πόθοι και κυρίως οι φόβοι, καθιστούν το έργο μια σπουδή στο υποσυνείδητο όχι μόνο των ηρώων αλλά και του ανθρώπου παγκόσμια.
Αυτό το έργο της προδοσίας, της αγωνίας και της ασυνέχειας, του ανομολόγητου κρίματος, της παράλυσης που συνεπαίρνει τον αναγνώστη όπως ο φόβος καθηλώνει το θύμα μπροστά στον δολοφόνο είναι η ακραία μορφή της ψυχικής βίας στη σύγχρονη λογοτεχνία. Το ασύμβατο παρελθόν από το οποίο προσπαθούν τόσο εναγωνίως να απαλλαγούν τα πρόσωπα εν τέλει πολλαπλασιάζεται στο παρόν. Η αρχέγονη βία και το τραγικό συγχρονίζονται. Ο πατέρας είπε ότι ο άνθρωπος είναι το άθροισμα των ατυχιών του και η μητέρα συγχύζει την ηθικολογία με την αμαρτία, όλοι δηλητηριασμένοι από την ενοχή και την αμετανοησία, έχουν καταληφθεί από «μοίρα αιμοβόρα» θυμίζοντας τον Οιδίποδα, την άγνοια του λάθους και την πορεία προς την αλήθεια.
Αυτός ο «μοναχικός λύκος», που έζησε σε μια μικρή επαρχία της Πολιτείας του Μισισιπή, δεν είχε ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή, γνώρισε τη διασημότητα σε σχετικά μεγάλη ηλικία - και μάλιστα μετά την απονομή του βραβείου Νομπέλ το 1949 -, για πολλά χρόνια υπήρξε αλκοολικός και απέτυχε να σταδιοδρομήσει ως σεναριογράφος στο Χόλιγουντ. Πεθαίνοντας στα 65 του χρόνια άφηνε πίσω του ένα έργο που θα σημάδευε ανεξίτηλα την πεζογραφία του 20ού αιώνα και όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί αλλά και κανένας ως τώρα δεν κατάφερε να μιμηθεί. Υπήρξε απόλυτα αφοσιωμένος στο έργο του, γι' αυτό και το μόνο που ήθελε να γράφει η επιτύμβια πλάκα στον τάφο του ήταν: «έγραψε βιβλία και πέθανε».

Έλενα Χρ. Σάββα
Απόψε δεν έχουμε φίλους
Σοφία Νικολαίδου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
2010
Σελ. 272
Ο τίτλος είναι ένα σύνθημα από τις εξεγέρσεις των μαθητών και φοιτητών το Δεκέμβριο του 2008 στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης «Ένα μυθιστόρημα για τρεις γενιές Ελλήνων που προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους, την ώρα που η Ιστορία δείχνει τα δόντια της. Γονείς και παιδιά, φοιτητές, μαθητές, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, μπακάληδες και αλάνια, γιαγιάδες και υπάλληλοι, συνδικαλιστές και ουδετερόφιλοι μαθαίνουν μια και καλή πως πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά. Ποια είναι η σωστή και ποια η λάθος απόφαση, όταν ο κόσμος γύρω καίγεται; Πώς τσακίζεται η θεωρία στην πράξη; Και ποιος μας βεβαίωσε, παρακαλώ, πως αυτή η χώρα ποτέ δεν πεθαίνει; » σημειώνει ο εκδότης.
Η αφήγηση παλινδρομεί ανάμεσα στο πριν και το μετά, ανάμεσα στην περίοδο της Κατοχής και τη δεκαετία του 1980, σμιλεύοντας σιγά σιγά την προσωπικότητα των χαρακτήρων και αντιπαραθέτοντας συνεχώς τα δύο άκρα του χρονικού φάσματος, για ν’ αποτυπώσει ευκρινέστερα την εξέλιξή τους.
Στο τρίτο της μυθιστόρημα η Νικολαίδου καταφέρνει να αρθρώσει ένα μεστό και ώριμο λόγο, να πειθαρχήσει τις αφηγηματικές τεχνικές της και να δώσει ένα ενδιαφέρον και αξιόλογο βιβλίο για μια ταραγμένη εποχή που λανθασμένα νομίζουμε ότι έχει παρέλθει. Όπως και σε άλλα παρόμοια θέματα καταρρίπτονται μύθοι , αλήθειες και ψέματα βαδίζουν παράλληλα στη σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων και με τον πιο απλό τρόπο, με την ξεκάθαρη σκιαγράφηση χαρακτήρων και προσώπων ανασκαλεύουμε παλιές πληγές που κακοφορμίζουν ακόμα εθνική (;) και ατομική σύγχυση, ενοχή και πόνο. Συνοψίζει εύστοχα την ελληνική περιπέτεια (προπαντός την περιπέτεια των συνειδήσεων) από την Κατοχή ως τα τέλη της δεκαετίας του 1980 (παραλείπεται όμως η σκοτεινή περίοδος του εμφυλίου) διαλέγοντας ως παραδειγματική περίπτωση τις διεργασίες εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας της Θεσσαλονίκης το ίδιο διάστημα.
Σ΄ ένα σχετικά μικρής έκτασης μυθιστόρημα η συγγραφέας, με ζηλευτή οικονομία έκφρασης κατορθώνει να καλύψει χρονικά μισόν αιώνα νεότερης ελληνικής Ιστορίας και μοιράζει την προσοχή της σχεδόν ισόνομα σε πολύ διαφορετικούς ανθρώπους διαφορετικών γενεών και συμπλέκει με πειστικό τρόπο τις τύχες τους σ’ έναν μύθο-σχόλιο για τις σχέσεις Ιστορίας, πολιτικής ταυτότητας και προσωπικού ήθους στην ειδική περίπτωση της σύγχρονης ελληνικής εμπειρίας. Σαφώς και τοποθετείται η συγγραφέας. Το πολιτικό ύφος (και ήθος) του βιβλίου συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του καθηγητή Σουκιούρογλου (ένας από τους ακυρωμένους ήρωες της ιστορίας) και στην έρευνά του. Παράλληλα, άνθρωποι που θα φαίνονταν παρανοϊκοί στις μέρες μας (και ενδεχομένως να σκότωναν κατά συρροή αντίπαλους οπαδούς) ανερυθρίαστα καταδίκασαν σε εξευτελισμό ή και θάνατο συμπολίτες τους στο όνομα μια ιδέας (;) ή ενός αρρωστημένου πάθους.
Τελικά τίποτε δεν έγινε τόσο παλιά. Τα πρόσωπα ζουν ή κινούνται ανάμεσά μας. Οι πρωταγωνιστές μετανοημένοι ή αμετανόητοι ή αλλαξοπιστήσαντες εν μια νυχτί έχουν καθορίσει ο καθένας στον μικρόκοσμό του, την πορεία πολλών ανθρώπων, τη μοίρα ενός ολόκληρου λαού που εμπερικλείει τα πάντα: Δοσίλογους, εθνοσοσιαλιστές, ρατσιστές, αριστερούς, πασόκους, ιδεολόγους, ιδεολήπτες και ανένταχτους. Συγχυσμένοι άπαντες. Έννοιες όπως πατριώτης, προδότης, καιροσκόπος, θύμα και θύτης συγχέονται κάτω από το πρίσμα των προσωπικών παθών και της αδυναμίας να δούμε τα πράγματα έξω από το εγώ μας. Και τι θα πει λαός δηλαδή; Αυτός ο λαός δεν έχει πρόσωπο; Κι αν όπως λέει ο Σμέμαν έχει συλλογική ευθύνη, τότε η δικαιοσύνη του πώς ορίζεται; Στην αρχή του βιβλίου η συγγραφέας προτάσσει: «Όποιος θυμάται να του βγει το μάτι. Όποιος ξεχνάει να του βγουν και τα δυο.» Μήπως η μνήμη μπορεί να μας συνετίσει; Γιατί ποιος μας εγγυάται ότι αυτή η πατρίδα δεν πεθαίνει ποτέ; Μήπως με τη θνητότητά μας πρέπει να αναμετρηθούμε όλοι ;

Έλενα Χρ. Σάββα
Μεγάλοι δρόμοι
Διηγήματα
Λένα Κιτσοπούλου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
2010
Σελ. 227

«Τα μεγάλα ταξίδια και οι μεγάλες διαδρομές συμβαίνουν καμιά φορά μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα. Το μυαλό διανύει αποστάσεις τρελές την ώρα που τα πόδια μένουν καρφωμένα στο πάτωμα. Οι άνθρωποι των μεγάλων δρόμων παλεύουν με τη μοναξιά τους, επουλώνουν τις πληγές τους, σκοτώνουν το παρελθόν μέχρι που αυτό ξανάρχεται και τους χτυπά την πόρτα. Αγριεύουν και ημερεύουν όπως τα σκυλιά, ανάλογα με τις ορέξεις τους, έρμαια του χαρακτήρα τους, αυτής της αβύσσου που δεν την επέλεξαν, δεν αποφασίζουν για τίποτα, αντιδρούν μόνο στον συναγερμό του εγκεφάλου, όταν αυτός ενεργοποιείται και βουίζει μέσα στ’ αυτιά τους.»

Η Κιτσοπούλου με το τρίτο της έργο κατάφερε να μας δώσει μια περιγραφή του σύγχρονου Έλληνα, κυνική, αναρχική και ευφυέστατη. Πρόκειται για δέκα διηγήματα γραμμένα σε μια καθημερινή γλώσσα, σχεδόν πρωτόγονη που φτάνει στα όρια της σκληρότητας. Οι ήρωές της είναι εγκλωβισμένοι στα πάθη, τις αδυναμίες και τις επιθυμίες τους,. Η ίδια τους παραθέτει με διάθεση ξεγυμνώματος, χύμα, αλλά με συμπάθεια. Νέοι και μεσήλικες, γερασμένοι μέσα στις αγκυλώσεις τους, κλυδωνίζονται ανάμεσα στο θέλω και το μπορώ, ανάμεσα στην περιρρέουσα ηθική και την αναζήτηση για κάτι άλλο, καλύτερο κι ελπιδοφόρο. Άνθρωποι της θλιβερής επαρχίας ή χαμένοι στην πρωτεύουσα, που καταδυναστεύονται από το ψέμα και την τυραννική κληρονομιά τους.
Φαίνεται παράξενο αλλά το γλυκό και συνάμα θυμωμένο μουτράκι της συγγραφέα έχει ζήσει πολλά κι έχει απορροφήσει σαν σφουγγάρι οτιδήποτε συμβαίνει γύρω για να το αποτυπώσει με μανία και ταλέντο. Ο λόγος της αγριάδας στο γράψιμο είναι ο εσωτερικός της κόσμος, η ίδια δηλαδή. Παράλληλα, ανατρέπει αδιάκοπα την τραγωδία με ένα σαρκασμό που κόβει φλέβα. Αντιστρέφει την πραγματικότητα με επιδεξιότητα εντελώς ρεαλιστική. Δεν υπάρχει εδώ το εξυπνακίστικο τέχνασμα της φιλο-σουρεαλιστικής γραφής. Τίποτε μοντέρνο, ούτε μεταμοντέρνο. Ένα μπάχαλο. Όπως είναι η ζωή μας σήμερα.
Τα θέματα του βιβλίου, η μοναξιά, η κατάθλιψη, η κακοποίηση, τα παιδικά τραύματα, η ασχήμια, η περιθωριοποίηση, ο θυμός και ο πόνος ξεκαθαρίζουν μέσα στο βρισίδι, τον τσαμπουκά και την υπόδυση καθημερινών ρόλων. Το μεγάλο θέμα όμως είναι ότι τα πρόσωπα βιώνουν την απόλυτη απόγνωση πολλές φορές ασυνείδητα κι εμείς παρακολουθούμε την ανατριχιαστικά λεπτομερή αφήγηση με διαστροφική τρομολαγνεία. Οι «Μεγάλοι δρόμοι» , χαρακτηριστικό δείγμα νεοκαταραμένης λογοτεχνικής γραφής είναι βίαιο, ωμό, γκροτέσκο, χυδαίο και τραγικά αληθινό. Και το πλέον ανατριχιαστικό είναι ότι σε όλα τα διηγήματά της μέσα μπορούμε όχι μόνο να ταυτιστούμε με τα πρόσωπα αλλά και να καθρεφτιστούμε εμείς οι ίδιοι και τα πιο κρυφά μας πάθη.
Η ίδια σε συνέντευξή της μιλά για το τσεμπέρι της μήτρας και ορίζει την επικοινωνία των εγκεφάλων ως κοινή πατρίδα. Γράφει για τον έρωτα και από έρωτα και εξηγεί γιατί η μοναξιά μπορεί να είναι ελευθερία. Σημειώνει ότι η Ελλάδα σου ρουφά τα νιάτα και το αίμα αλλά εδώ μιλά και γράφει ελεύθερα. Ερωτεύεται και κάνει φίλους. Και εν τέλει, μέσα στη φύσει απαισιοδοξία της και στην αθλιότητα της κοινωνίας βλέπει να υπάρχει πάντα λίγο φως…

Έλενα Χρ. Σάββα

Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Βιβλίο

Η ταπείνωση
Φίλιπ Ροθ
Μετάφραση : Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Πόλις 2010
Σελ. 170
Ο πολυβραβευμένος Αμερικανός συγγραφέας Φίλιπ Ροθ, στο τριακοστό του βιβλίο, "Η ταπείνωση", επεκτείνει τους στοχασμούς του πάνω στη θνητότητα και το τέλος ("Καθένας", "Φεύγει το φάντασμα") και την ειρωνική αναδρομή στη νεότητα και τις χαμένες της ευκαιρίες ("Αγανάκτηση"), γράφοντας άλλο ένα βασανιστικό και ωμό βιβλίο, στο κλίμα των τελευταίων του έργων.
Ο πετυχημένος και διάσημος ηθοποιός του αμερικανικού θεάτρου για δεκαετίες , Σάιμον Άξλερ, στα εξήντα του χρόνια, αποξενώνεται από την τέχνη του και διαπιστώνει πανικοβλημένος ότι έχει απολέσει το ταλέντο του να σαγηνεύει. Ο Φάλσταφ, ο Πέερ Γκυντ, ο Βάνιας, όλοι οι μεγάλοι του ρόλοι , "έχουν λιώσει κι έγιναν άνεμος, διάφανος άνεμος". Όταν ανεβαίνει στη σκηνή, αισθάνεται παράφρονας ενώ προσπαθεί με αγωνία να κρύψει την αδυναμία του. Φαντάζεται ότι το κοινό του τον λοιδορεί και τον χλευάζει αφού δεν κατορθώνει πια να υποκριθεί πειστικά ότι είναι κάποιος άλλος. "Κάτι θεμελιώδες έχει εξανεμιστεί". Η σύζυγός του έχει φύγει, το κοινό του τον έχει εγκαταλείψει, ο ατζέντης του δεν μπορεί να τον πείσει να ξαναγυρίσει στο θέατρο. Βρίσκεται αντιμέτωπος με την πιο βαθειά υπαρξιακή του κρίση και οικειοθελώς νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική για ένα διάστημα νιώθοντας βαθιά ταπεινωμένος, χωρίς να μπορεί να ελπίσει σε οτιδήποτε.

Και ξαφνικά, εκεί που τίποτα πια δεν περιμένει, εισβάλλει στην απογυμνωμένη καθημερινότητά του, μια παλιά του γνώριμη, κόρη παλιών συναδέλφων και του δημιουργεί πάλι όρεξη για ζωή. Συνδέονται ερωτικά και μπλέκονται σε έναν έρωτα ενθουσιώδη και παράτολμο, αρρωστημένο και παράφορο. Και ενώ περιμένουμε ο έρωτας αυτός να του φέρει σταθερότητα και ηρεμία, αντιθέτως, τον οδηγεί και πάλι στην ανασφάλεια και το αδιέξοδο. Οι ερωτικές περιγραφές είναι τολμηρές χωρίς όμως να ενοχλούν, αντιθέτως, αποδίδουν με σαφήνεια την αρρωστημένη και τραγική για τον πρωταγωνιστή τελικά σχέση του, με την πολύ νεότερη γυναίκα. Προσπαθεί να κρατηθεί από αυτή τη σχέση και να την κρατήσει από φόβο μην έρθει το τέλος. Μέχρι που ο φόβος του επιβεβαιώνεται και αποφασίζει να γράψει το δικό του ολοκληρωτικό τέλος, σκηνοθετώντας με επιτυχία το τελευταίο ρόλο της ζωής του, αυτόν του αυτόχειρα, χωρίς θεατές αυτή τη φορά.
Ο Ροθ, με τη γνωστή κοφτερή του γλώσσα για άλλη μια φορά, γράφει ένα μυθιστόρημα για την απόγνωση και τον πανικό που δημιουργεί το πέρασμα του χρόνου. Ένα σκοτεινό βιβλίο για τη θνητότητα, την απόγνωση. Το ερώτημα που παραμένει ωστόσο στον αναγνώστη είναι πώς μπορεί ο σύγχρονος άνθρωπος να διαχειριστεί τη φθορά και τη μοναξιά του σ’ έναν κόσμο δύναμης και πολυτέλειας, αυτάρκειας και φιληδονίας.

Βιβλίο

Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε το θάνατο
Μυθιστορηματική αυτοβιογραφία
Αγαθή Δημητρούκα
Εκδόσεις Πατάκη
2010
Σελ. 236
Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή και στιχουργού Νίκου Γκάτσου και η σύντροφός του τα τελευταία χρόνια στη ζωή τον μνημονεύει με τον πιο όμορφο και αξιοπρεπή τρόπο. Ένα μεγάλο μέρος στην αυτοβιογραφία της αναφέρεται στο μεγάλο αυτό Έλληνα στιχουργό που καθόρισε καταλυτικά την πορεία της στην τέχνη και στη ζωή.
Σημειώνει κάπου η συγγραφέας: “Το όνομά του το πρωτάκουσα από το ραδιόφωνο, όταν ο εκφωνητής ανακοίνωσε: «Ακολουθεί ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος, του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου». Ήμουν περίπου οκτώ χρονών, σ’ ένα χωριό του Μεσολογγίου. Συνέχισα να εντυπωσιάζομαι από τους στίχους του, από τις εικόνες που δημιουργούσαν και τους συνειρμούς, και μεγαλώνοντας τόλμησα να του στείλω τα εφηβικά μου στιχουργήματα. Ήμουν στα δεκάξι πια κι εκείνος λίγο πάνω απ’ τα εξήντα. Την επόμενη χρονιά με κάλεσε κοντά του. Μείναμε μαζί δεκαεπτά χρόνια• τα τελευταία της δικής του σοφής ζωής, τα πρώτα της ενήλικης δικής μου.”
Η Δημητρούκα από μικρή θαύμαζε τον ηρωισμό και αργότερα την τέχνη ως αποκόλληση από το στατικό, ως εκτίναξη προς την ελευθερία, «κι ας είναι στιγμιαία η διάρκειά της και υπονομευμένη από το θάνατο».
Με ανήμπορο πατέρα, αεικίνητη μάνα, φτωχό σπίτι, τραγούδια νυχτερινά με τους γειτόνους, εύφορα πεδινά τοπία και έναν λαχανόκηπο - παράδεισο των παιδικών της χρόνων σηκώνει βάρη δυσανάλογα για την ηλικία και το κορμάκι της. Όπως πολλά παιδιά της επαρχίας. Χρόνια αργότερα θα συνειδητοποιήσει μεταφράζοντας τον Δον Κιχώτη πως στον ήρωα του Θερβάντες συναντά τον πατέρα της και στην Εκάβη τη μάνα της. Ωστόσο τα φωτεινά καλοκαίρια με τα καρπούζια, το ψάρεμα και τις υπαίθριες συναθροίσεις, οι αγροτικές ασχολίες, οι καρποί της γης και τα ζωντανά της οικογένειας συμπράττουν με την ενοχή, το φόβο τη μοναξιά και την επαναστατικότητά της σε όλο το βιβλίο. Η παιδική κι εφηβική ζωή της υπήρξε δύσκολη ως τραγική. Εκείνα τα χρόνια το φως πορεύτηκε με το σκοτάδι.
Η μαθητεία της κοντά στον Γκάτσο στάθηκε κινησιουργός και αληθινή. Το αποτέλεσμα ήταν η μόρφωση και η διαδρομή της στα γράμματα. Το βιβλίο γράφτηκε με μιαν ανάσα και διαβάζεται ακριβώς έτσι. Χωρίς μελοδραματισμό ή περιττές αυτοαναλύσεις. Διάσπαρτοι στο κείμενο και οι στίχοι που έγραψε ο Γκάτσος ή η ίδια ή και μαζί και μελοποιήθηκαν από το Χατζιδάκι, τον Ξαρχάκο ή άλλους.
Δεν είμαι σίγουρη αν το βιβλίο γράφτηκε για να ξορκίσει φόβους και φαντάσματα ή για να καταγράψει τη σχέση της με τον ποιητή της Αμοργού και την πορεία της προς την ενηλικίωση. Μια μετάβαση που τη βιώνει με πόνο και νόστο. Αυτό που αντιλαβμάνεται ο υποψιασμένος αναγνώστης είναι η διακριτικότητα και η ευαισθησία, η γενναιοψυχία και η ειλικρίνεια με την οποία αγγίζει και παρουσιάζει τόσο την πορεία της προς την ενηλικίωση όσο και τη γνωριμία της με τον Γκάτσο και άλλους ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης όπως ο Ελύτης, ο Χατζιδάκις, η Μούσχουρη, ο Χρονάς, ο Λορεντζάτος, ο Αρανίτσης κά. Στις επετείους λέγονται πολλά. Το καλύτερο μνημόσυνο για τον Γκάτσο είναι το βιβλίο της Δημητρούκα. «Γιατί (ο Γκάτσος ) ήθελε να ακυρώσει την ευθεία. Το κατάλαβα όταν είδα το καρδιογράφημα του τέλους: ευθεία οδός, ο θάνατος. Η ζωή προχωράει με τεθλασμένες.»

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Ποίηση

Ένα κερί

Αυτό το κερί που άναψα
περαστικός από τον οίκο Σου
δεν είναι η προσευχή μου
για να Σε φτάσει εκεί ψηλά
δεν είναι οι παρακλήσεις μου
ούτε βεβαίως καμιά ελπίδα
που εναπέθεσα σε Σένα.
Η καθαρότητα της ύλης του
δε συμβολίζει το ακηλίδωτο
της πρόθεσής μου
και η μαλακή του υφή
καθόλου δεν υπόσχεται
την εύπλαστη μεταστροφή μου
στη μετάνοια
όπως οι αλληγορίες εγγράμματων πιστών Σου
ξέρουν να τυλίγουν.

Μπορεί να μοιάζει μ’ όλα τα’ άλλα
όμως αυτό
ανάφτηκε για να Σου πει
πως ευτυχώς
στέκομαι εδώ αβοήθητος
και πως ακόμα
όσο μπορώ
θα λάμπω.

Γιάννης Βαρβέρης

Ποίηση

Εορταστική περίληψη του κόσμου

Ζώα προθυμότατα κι ευέλικτα φυτά
αγνές αυγές χαδιάρικοι νοτιάδες
κερήθρες μυστηρίου θροΐσματα στοιχειών
κι εν μέσω
άνθρωποι πρόσχαροι
χλιδής και μέθης.

Μόλις εβγήκαν
αμέσως διάβασαν τους χάρτες στα ψηλαφητά
ανάστησαν με υπομονή πόλεις και ζούγκλες
και βάλαν τα καλά τους:
τι χρώματα ζωηρά τι κέφια έγχρωμα
και τι πετάγματα κι ανθοφορίες
αύρες λιτές και σώματα σαν αύρες
όλα κι όλοι πανέτοιμοι για Κυριακές.

Που όμως
όπως οι θάλασσες προς τις στεριές
έτσι κι αυτές
άρχισαν να μετατοπίζονται
Δευτέρες μαστορεύοντας, Τρίτες και Πέμπτες.

Και τώρα
τι μέγα λάθος ενδυματολογικό
τι πίκρας πρίμο αγέρι
τι αφέλεια
τι ευπιστία.

Γιάννης Βαρβέρης

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Βιβλίο

Γλυκά του κουταλιού
Ελένη Γ. Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Ροδακιό
Σελ. 219
2003
Βύσσινο, πορτοκάλι, κυδώνι, καρύδι και περγαμόντο. Στο δεύτερο βιβλίο της συγγραφέα, το σιρόπι των γλυκών του κουταλιού, αλλάζοντας χρώμα και υφή, μεταμορφώνεται πότε σε γεύση ουρανού και πότε σε κουταλιά θανάτου. Πέντε διηγήματα μέσα στα οποία παρελαύνουν η αγωνία, ο έρωτας, η πλήξη, η απελπισία, η εκδίκηση, το πάθος, η στέρηση, ο σπαραγμός, η αυταπάρνηση, η ζωή κι ο θάνατος.
Βύσσινο για την ξεριζωμένη Μικρασιάτισσα που από το ένδοξο και πλούσιο παρελθόν της, τα πουπουλένια στρώματα της οικογενειακής αγάπης περνά στη σκληρή πραγματικότητα της ενηλικίωσης, του διωγμού, της χυδαιότητας του κόσμου και της αιχμηρότητας ενός αταίριαστου συζύγου. Μια γλυκόξινη γεύση που στιγματίζει κάθε στάδιο της ζωής της κάνοντάς την να βιώνει την επίγεια ύπαρξή της ως εγκλωβισμό όπου κάθε απόπειρα διαφυγής αποδεικνύεται μάταιη και καταδικασμένη.
Πορτοκάλι για την ορφάνια της κατοχής, μια δυνατή γλυκόπικρη γεύση στα χείλη ενός μικρού κοριτσιού που είναι προορισμένο για περιπέτειες, με αλλοπρόσαλλη τροπή και αναπάντεχο τέλος. Εκκλήσεις για συμπόνια, σκηνές πείνας και στέρησης, διαμαρτυρίες μπροστά στην ερήμωση και στο άδικο, απεγνωσμένες προσπάθειες επιβίωσης, σκληρότητα και σαρκασμός, κυνισμός και εξαναγκασμός, στάχτες που ξαναγεννούν με κρυφή ειρωνεία την ελπίδα για να την παραδώσουν ακολούθως στα χέρια της τραγικής μοίρας και τελικά να την θάψουν μέσα τους δια παντός. Μια ελπίδα που χάνεται, αφήνοντας πίσω της φλούδες πορτοκάλι και δάκρυα που τσούζουν τα μάτια.
Κυδώνι σπιτικό συνοδεύει την περιγραφή της καταπίεσης και της ματαίωσης του ευνουχισμένου άντρα. Μια γεύση γνωστή που εδώ χαρακτηρίζει την αποστροφή του εγώ, την επώδυνη και αργοπορημένη μεταμέλεια, τις χαμένες ευκαιρίες και την αδικία που κατακλύζει το μυαλό όταν όλα φτάσουν στο απροχώρητο. Ο ήρωας γεύεται τα πιο τρελά όνειρα μέχρι να καταλήξει στην πιο πεζή πραγματικότητα. Μια ολέθρια τροπή πλήττει τον ήρωα που αναθάρρησε για λίγο, δείχνοντάς του πως ζει σ’ ένα κόσμο οριστικά φθαρμένο και πλούσιο σε βία και σκληρότητα. Μια καταστροφή καταλυτική που τον ακυρώνει βυθίζοντάς τον στο κενό και τη μελαγχολία της καθημερινής πραγματικότητάς του.
Καρύδι με άρωμα δάσους και σπιρτάδα πυρκαγιάς, για το πιο ερωτικό διήγημα της συλλογής. Καρπός που μαλακώνει μέσα στο ζαχαρένιο σιρόπι του και λιγώνει με την απελπιστική νοστιμιά του. Ήρωες που ποθούν, που τολμούν και δοκιμάζουν. Ψέματα περιπαικτικά και ερεθιστικά, πειρασμικές σκέψεις και μελετημένες κινήσεις, κρυφά βλέμματα μέσα από μισόκλειστες πόρτες που έχουν τη δύναμη να παραλύουν το σώμα και το πνεύμα, τραγελαφικές σκηνές εξαπάτησης και πόθου που τυφλώνει και οδηγεί στον παραλογισμό. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να απολαύσει κανείς ένα γλυκό του κουταλιού, κι ο καλύτερος αποδεικνύεται πως καταργεί το σημαντικότερο εργαλείο του, το κουτάλι. Το παιχνίδι όμως δεν σταματά παρά μόνο όταν ο κατακτητής πάρει τη θέση του κατακτημένου κι όλοι οι κανόνες ανατρέπονται αφήνοντας πίσω τους ένα σαρδόνιο γέλιο ικανό να μας αφοπλίσει.
Περγαμόντο σαν στολίδι μέσα σε γυάλες λαμπερές και διάφανες, μικρά κομματάκια ζαχαρωτής ώχρας μέσα σε μια γλυκειά λίμνη διαθέσεων, σκέψεων, συναισθημάτων. Μια συζήτηση-αναδρομή στα περασμένα, ανάμεσα σε μια νεκρή μάνα κι έναν ομοφυλόφιλο γιο που ποτέ δεν βρήκαν κανάλι ειλικρινούς επικοινωνίας μεταξύ τους.
Σε αυτό το διήγημα ο πουριτανισμός που συχνά βαραίνει πάνω μας απειλητικά, οι προκαταλήψεις που στερούν από τον άνθρωπο τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει τους γύρω του ως ισότιμα όντα, οι ιδεοληψίες που μας εμποδίζουν να δούμε και να αγαπήσουμε τους ανθρώπους όπως είναι, έρχονται αντιμέτωπα με μια φωνή διαμαρτυρίας που καυτηριάζει τα αθέατα εγκλήματα στο όνομα της υστερικής ευταξίας και της δήθεν κανονικότητας μέσα στην οποία ζούμε εθελοτυφλώντας, εξαναγκάζοντας, απαξιώνοντας και αδικώντας.
Τα γλυκά του κουταλιού έχουν συμβολικό ρόλο μέσα στο βιβλίο. Η συγγραφέας κατορθώνει να μας βυθίσει σε μιαν ατμόσφαιρα νοσταλγίας κι αρμονίας ακόμη και σε εποχές και σκηνές που δεν ζήσαμε ποτέ. Με προσεκτικό και λιτό ύφος, με σφιχτοδεμένη οικονομία και δραματικό τόνο, το ρεπερτόριο των διηγημάτων της Ζαχαριάδου κατορθώνει τελικά να μας αφήσει μια ευχάριστη και οικεία γεύση στο στόμα.

Έλενα Χρ. Σάββα

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Ποίηση

Μονόγραμμα
VII

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Οδυσσέας Ελύτης

Ποίηση

Ποτάμι ποίημα

………………………
Όμως το ποίημα είναι ποτάμι
Και μια υγρασία θαυμαστική
Θαρρώ γλυκαίνει τη σιωπή απ’ την οργή της
Αν την πρόδωσα. Δε φταίω, τ’ ορκίζομαι.
……………………………..
……………. Αλλά το ποίημα
Είναι ποτάμι από δάκρυα ξένα. Παιδί που αντρώθηκε
Συχνά το βλέπω να γυρνάει προς την πηγούλα του.
Κι όταν φουσκώνει
Απ’ την πολλήν αγάπη,
Πνίγει.



Α. Φωστιέρης
(Η Σκέψη ανήκει στο Πένθος)

Ποίηση

Η Ποίηση

΄΄...Έφερα τη μεγάλη κρυστάλλινη σφαίρα
Ποιος μπορεί να τη σηκώσει;
Μπορείς να εισχωρήσεις μέσα στο μεγάλο βελανίδι του φωτός;
Όμως η ομορφιά δεν είναι η τρέλα
Και ας με περιβάλλουν τα σφάλματα μου και τα συντρίμμια μου......
Να ΄΄δω ξανά΄΄
Το ρήμα είναι ΄΄βλέπω΄΄
δηλαδή υπάρχει συνοχή
έστω κι αν οι σημειώσεις μου δεν έχουν συνοχή.
Κι αυτός που δεν μπορεί να πλάσει θεούς με την ομορφιά
Θρήνος αυτό είναι να πεθαίνεις....
Δεν ξέρω πως το αντέχει αυτό η ανθρωπότητα
μ ένα ζωγραφισμένο παράδεισο στο τέλος του
χωρίς ένα ζωγραφισμένο παράδεισο στο τέλος του.

Έζρα Πάουντ

Ελένη, Οδυσσέα Ελύτη

Ελένη

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία
μας
Κι είμαστε - σα να πέρασε μέσα μας η ομίχλη -
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούργια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ
υπάρχεις
Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ' αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ένα θολό συναίσθημα
H μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μέσ' στις ψυχές μας
που όσο παν κι απομακρύνονται

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κε αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ώ! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως

Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Πoυ δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα και λόγια
Λόγια όχι σαν τ' άλλα μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους προορισμόν : Εσένα!

Παρουσίαση βιβλίου στην Ουτοπία

ΑΣ ΡΩΤΑΓΕΣ ΠΟΙΟΝ ΑΓΑΠΑΩ
Νένας Φιλούση, Παράκεντρο, 2010

ΤΕΧΝΟΤΡΟΠΙΑ
Ρεαλιστικό (Εσωτερικός μονόλογος)
(Απουσία:Μοντερνισμού, Μεταφυσικής)
____________________________________
ΘΕΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ
Ψυχογραφικό, ψυχαναλυτικό.
Ερωτικό (Γάμος) (?Φεμινιστικό)
Κοινωνικό.
Υπαρξιακό.
______________________________
ΓΡΑΦΗ
Γραφή σε α’ πρόσωπο :
Παγίδα!
Αίσθηση ηρωίδας-συγγραφέα.
Παρακάμπτει επιτυχώς!
______________________________
ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ
Ασφυκτική!
Μικροαστική, επαρχιακή.
(Οικογενειακή, εντος+εκτος γάμου)
Ιδρυματική.
ΕΞΩ: Το σόι (κατατρύχεται),
ΕΣΩ: Εύαλωτη-Μοιρολατρική-
Απομόνωση- Αποφασιστική.
______________________________
ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΟ ΣΥΜΠΑΝ
Α. ΧΡΟΝΟΣ.
Β. ΧΩΡΟΣ.
Γ. ΠΡΟΣΩΠΑ>>ΓΥΝΑΙΚΑ!

________________________________
Α. ΧΡΟΝΟΣ
Από το 1960 μέχρι σήμερα.
Αναδρομές
(Ομαλή στο «Ζωή που δε μοιράζεται»)
(‘Ανευ νύξεως στην «Ουλή»)
Θραύσματα χρόνου (Πολλαπλές ανάδρομες)
Εισβολή,1974.
__________________________________
Β. Ο ΧΩΡΟΣ
Επαρχία-Χωριό.
(«Στο χωριό ζούσαν διάφοροι ψίθυροι. Όλες οι οικογένειες είχαν ένα ψίθυρο»)
Πόλη: Συνοικίες και Λαϊκά προάστια.
Κλειστοί χώροι: Ιδρυμα,γραφείο,σπίτι.
Κατεχόμενα: Αναδρομές.
________________________________
Γ. ΠΡΟΣΩΠΑ
Γυναίκες (Μία γυναίκα;)
Άντρες.
Κομπάρσοι.
Το σόι!
________________________________________
ΓΥΝΑΙΚΕΣ
ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ>>>ΟΙΚΕΙΕΣ!
Μοναχικές (επιζητούν αγάπη)
Ταμπού («να γίνω του κόσμου», «Είσαι κορίτσι από σπίτι», ωμονυμο διηγημα).
Όργανα (λαθροβίωση)
Εξω>Άβουλες (εκτοπισμένες στο περιθώριο).
Εσωστρεφείς (ζωή εκ τον ένδον, εσωτερικοί και εξωτερικοί μονόλογοι)
Πιστές-Ρομαντικές:
(εξιδανίκευση: αποφεύγουν να φωνάξουν με το μικρό του τον εραστή τους)
Μοιχαλίδες, άπιστες (μητρότητα,
αισθηματική κάλυψη, φυγή).
Επαναστάτριες (πλην αργά).
___________________________________________*
ΓΥΝΑΙΚΕΣ
ΗΘΙΚΗ
Ανέραστη ηθική (1960-80)*
* Εξαίρεση : Η άκρως χειραφετημένη και φεμινιστική ηρωίδα του «Άρρωστος είσαι και φαίνεσαι».


ΓΥΝΑΙΚΕΣ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΑΘΕΪΣΤΙΚΟΣ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ = +++
= παρολη την τραγικοτητα/αδιέξοδα δεν μέμφονται το υπερφυσικό.
(Ψευδο-μοιρολατρική)
• Εξαίρεση, η Ευγενία:
«...με ξέχασε ο θεός, μου γύρισε την πλάτη, μου είπε “NO”!»
_______________________________________
ΓΥΝΑΙΚΕΣ
ΝΕΑΡΕΣ(κυρίως)
>Καταλύτης ο γάμος:
>>>Στόχος:
Αποτυχημένες επιλογές.
Παντρεμένες σε διαρκή κρίση γάμου.
Τραγική κατάληξη μετά τη διάλυση .

___________________________________
ΓΥΝΑΙΚΕΣ
ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ
(μεσήλικες, ηλικιωμένες)
Άβουλες μητέρες-Άκακες θείες.
Μέγαιρες-Δυνάστες πεθερές.
(«Παύλαινα και Ζηνοβία»)
____________________________________
ΑΝΤΡΕΣ
ΥΠΑΡΚΤΟΙ
1. ΣΥΖΥΓΟΙ
Ανιαροί και μέτριοι: «Ήσυχος άνθρωπος, βολικός, του μέτρου και του μετρίου» («Άρρωστος είσαι και φαίνεσαι»)
Μέθυσοι, βρομιάρηδες («Της κυρίας Περσεφόνης το παιδί»)
Πολυπράγμονες και κουλτουρέ: ανέραστοι και ανιαροί («Έτσι που λες η Πηνελόπη σου...»)
‘Άβουλα όντα στην σκιά της μητέρας («Ζωή που δε μοιράζεται»)

2. ΕΡΑΣΤΕΣ
«Άξεστος και πονηρός, αλλά τρομερός εραστής» ή «αγύμναστος, αλλά πνευματώδης («Άρρωστος είσαι και φαίνεσαι»), αλλά και βρομιάρηδες (οι εξ «ανάγκης»)
3. ΠΑΤΕΡΕΣ
Φαντασιόπληκτος, χαρτοπαίκτης, καλοπερασάκιας.
(Από βασιλέα γενιά»)
Απόντες



____________________________
ΑΝΤΡΕΣ
ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΙ
1. ΣΥΜΒΟΛΑ.
Παιδικός έρωτας: Ο Αργύρης (+)
Ο ψυχαναλυτής: σύμβολο «καλλιεργημένου και σοβαρού άντρα που οφείλει....τουλάχιστο να την θαυμάσει» («Άρρωστος είσαι και φαίνεσαι»)
2. ΝΕΚΡΟΙ (1974)
Ο εκτελεσθείς («Το Νόου της Ευγενίας»)
Η παράπλευρη απώλεια («η γειτονιά τιμάει τον ‘Αρη»)
3. ΗΡΩΕΣ (Στοιχειωμένοι έρωτες, «Η ουλή μου»)
4. ΑΠΟΝΤΕΣ (αλλά κυρίαρχοι, «Το σπίτι»)
___________________________________________
ΑΣ ΡΩΤΑΓΕΣ ΠΟΙΟΝ ΑΓΑΠΑΩ.
Περιεχόμενα
1. Από βασιλέα γενιά.
2. Ας ρώταγες ποιον αγαπάω.
3. Η γειτονιά τιμάει τον «αρη.
4. Το «νόου» της Ευγενίας.
5. Η ουλή μου.
6. Της κυρίας Περσεφόνης το παιδί.
7. Ζωή που δεν μοιράζεται.
8. Το σπίτι.
9. Έτσι που λες η Πηνελόπη σου.
10. Άρρωστος είσαι και φαίνεσαι.
_____________________________________
ΑΠΟ ΒΑΣΙΛΕΑ ΓΕΝΙΑ
ΚΛΙΜΑ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΣΜΟΣ
Το σόι:
Η «καθώς πρέπει» κόρη, ο φαντασιόπληκτος πατέρας και η μουρλέγκω αδελφή.
ΑΞΙΑ ΜΝΕΙΑΣ

1. Περί συγγραφής: «συγγραφείς δεν γίνονται αυτοί που έχουν απωθημένα και κάθονται και παρακολουθούν τους άλλους;»,ρωτά; Ε, αυτή είμαι εγώ!»
2. Απομυθοποίηση ποίησης: ο πατέρας χλευάζεται όταν ανακατεύει επιθυμίες με φεγγάρι σε στίχους του.
3. Λέξεις : προμόσιον, πρωινάδικο, εξτένσιον.
4. Χιούμορ : Πήγαίο φυσικό, σαρκαστικό

*ΠΛΗΝ: Η «κοιλιά» στην περιγραφή των πολιτικών αποχρώσεων δεξιάς-αριστεράς.

_________________________________________________
ΑΣ ΡΩΤΑΓΕΣ ΠΟΙΟΝ ΑΓΑΠΑΩ.
Φυγή στο χωριό>> παιδική αθωότητα (Αργύρης).
Κλιμα ρομαντικό, αλλά όχι βουκολικό: «Ωραία που φυσάει...παίζω με το γαλανό του ουρανού και το πράσινο της κληματαριάς».
ΑΞΙΑ ΜΝΕΙΑΣ
Χρήση Φροϋδικών μηχανισμών:
«Εκλογίκευση»: «Μάζευα μέσα μου κακίες για να τον κάνω μια μέρα να χαθεί από ντροπή», «μου φάνηκε τόσο μικρός»
«Προβολή»: «Μουρθε κλάμα για τη Πολύμνια, αυτή που αγαπάει τελείως παλαβά».
2. Το μυστηρίο σαν πόλος ανάγνωσης.
3. Οι Κυπριακές φράσεις και οι ιδιωματισμοί: «..ύστερα μάνα μου»...και αρχαιοπρεπών ονομάτων: Πολύμνια, Βάια.
* ΣΥΝ : η κάθαρση και το καθαρό τέλος.
* ΚΑΤΑ : τα πολλά μέλη του σογιού.
_____________________________________________________
Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΙΜΑΕΙ ΤΟΝ ΑΡΗ
ΗΘΙΚΗ – ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ: 1970-1980:
Η πρόσφυγας, χήρα-μάνα παραβιάζει τη μικροαστική ηθική.
Αυτοκριτική: «Γιατί ερωτεύτηκα αυτόν τον άνθρωπο; Με ποιο δικαίωμα;»
ΑΞΙΑ ΜΝΕΙΑΣ
1. Η χρήση της Φροϋδικής «αμνησίας»:
«Δεν έχω μνήμες», «...έχασα τη δύναμη να οσφραίνομαι»
2. Η εύστοχη ανάλυση των μανιερισμών της συμπεριφοράς:
«Και γέλασε. Δυνατά. Καθαρά. Ένα γέλιο καλό...»
3 Η χρήση φράσεων και ιδιωματισμών της Κυπριακής:«η κατάσταση», «η Κυβέρνηση», «ξένα πλάσματα».
ΤΕΧΝΙΚΗ
Εσωτ. Μονόλογος: Καταφέρνει να μπει το πετσί μιας άλλης.

*Πλην:Η «σεμνότυφη γραφή: «Ερχόταν και με έπιανε ήσυχα, χωρίς πολλά λόγια».


__________________________________________
ΤΟ ΝΟ ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΕΙΑΣ
ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ :«έμένα ανέλαβαν όλοι να με ρυθμίσουν»
ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΘΕΣΜΩΝ:
Του αγώνα (χαμένου), της θυσίας (άδικη) και του θεού (άσπλαχνος)

ΙΣΟΠΕΔΩΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ
Ισοπέδωση σε τρία επίπεδα-ταμπού:
α. Πατριωτικό: Λέει «Νο!» για τον κοινό αγώνα και στιγματίζεται.
β. Ερωτικό: παντρεύεται άλλον: «ούτε γύρισα να κοιτάξω εκείνον που με λαχτάριζε κάθε φορά η θωριά του»
γ. Θρησκευτικό:«με ξέχασε ο Θεός.... Μου είπε ΝΟΟΥ!»
ΑΞΙΑ ΜΝΕΙΑΣ
1. Η εντυπωσιακή περιγραφή του διλήμματος στην αναγνώριση.
2. Η όψιμη αφύπνιση/συνείδητοποίηση
της υποβαθμισμένη της ζωής.
_______________________________________________
Η ΟΥΛΗ ΜΟΥ
ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΠΑΓΙΔΕΥΣΗ
Φθορά γάμου/ Υποβιβασμός/ Λαθροβίωση.
ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ
Συμβάσεις/Γάμος/ κοινωνικές σχέσεις.
ΨΥΧΟΓΡΑΦΙΑ
1.Μαζοχιστική άντληση ηδονής από μια ουλή-σύνδεση.
2. Ενοχές : κάπνισμα, στειρότητα.
3. Φυγή : αναδρομές στο παρελθόν (ήρωας), όνειρα.
4. Υπαρξιακό άγχος: Αρχέγονες επιθυμίες καταστροφής

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ:
«εγώ, οι σκούπες και τα καλάθια για τα σκουπίδια»,
«Όταν το κάνουμε, σκύβει πάνω μου, δε με κοιτάει».
(«τους τάχα σοβαρους κι επίλεκτους. Είναι βαρετοί και νερόβρατοι»),

*ΠΛΗΝ: Η απότομη αναδρομή στην εποχή του αγώνα.
___________________________________________



ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ
ΔΙΗΓΗΣΗ ΓΡΙΑΣ-ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΟΛΩΝ;

1. ΠΟΡΕΙΑ-ΚΑΤΑΛΗΞΗ.
Αβουλη>>γάμος>>Λαθροβιώνει
>Επανασταση (απιστία)>>> Μοναξιά.

2. ΑΝΤΡΕΣ.
Απόντες, άχρηστοι μέθυσοι, ελαφροί, αχάριστοι ή καφενόβιοι.
________________________________________
ΖΩΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ
ΙΔΙΑ ΗΡΩΙΔΑ.
1. Η Τρέλα σαν μηχανισμός διάσωσης.
2. Υπαρξιστική φιλοσοφία και Μηδενισμός :
«Και ζωή που ξοδεύεται τι είναι ρε Άννα; Δική μας ή των άλλων;»
«Από δω είμαστε περαστικές. Απ’ όλα είμαστε περαστικοί»
3. Ωρίμανση και αποδοχή.
__________________________________________
ΤΟ ΣΠΙΤΙ
Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ.
Το σπίτι υποκαθιστά την ουσιαστική σχέση.
(Σύχγρονη Κυπριακή Πραγματικότητα)
«Εκείνον μπορεί ν’ αντέξω να τον χάσω»...Το σπίτι όμως;»
ΑΞΙΟ ΜΝΕΙΑΣ
Η πρώτη ηρωϊδα ανώτερης τάξης: Εκχωρείται σε ΚΕΙΝΟΝ!
ΨΥΧΟΓΡΑΦΙΑ
Ο κομπάρσος (εισαγωγή): «έχει άλλα δυο (εξοχικά)», «πλούσια και αργόσχολη», «ο σύζυγος «επιστήμονας», «Εχει και μια κόρη από τον πρώτο της γάμο».
Το «ερωτικό-Ιψενικό παιγνίδι».
Ο απόλυτος κυνισμός: «χρησιμοποιούμε ο ένας τον άλλο» και «κάνουμε καθαρό παιχνίδι».
_____________________________________________


ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΛΕΣ Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΣΟΥ
EN EIΔΕΙ CHICK LIT>>>Επίφαση:
ΕΝ ΤΩ ΒΑΘΕΙ: οι αβάσταχτες κι ανόητες καθημερινές ερωτικές
σχέσεις! (Κούντερα)
ΧΙΟΥΜΟΡ
«Όχι δηλαδή πως οι σοβαροί δεν φεύγουν με Τσέχες, ίσα-ίσα»
«Μιλάμε για μια φάλαινα στο κάπως εξευγενισμένο»,
«οι άντρες πέρασαν από μένα σαν να ήμουν παιδική ασθένεια»
ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ
Πρώτη απόπειρα αλλοτρίωσης άντρα από γυναίκα: «σε πέντε ή έξι μήνες ο άνθρωπος θα σκέφτεται όπως σκέφτομαι...»
Απομυθοποίηση:«εγώ είχα κουραστεί με τους...κουλτουρέ».

ΗΘΙΚΗ
Ηθική μιας παρωχημένης εποχής: «Διότι μέχρι μιας ηλικίας σου λένε την παρθενία σου και τα μάτια σου»,
_______________________________________________
ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΦΑΙΝΕΣΑΙ
ΧΩΡΟΣ: ΓΡΑΦΕΙΟ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΗ.
Διάχυτο χιούμορ. Έξυπνοι, καίριοι διάλογοι και σκέψεις.
Εσωτερικός μονόλογος-Θεατρικότητα.
ΣΥΝΙΣΤΑΜΕΝΗ>>ΕΠΙΣΤΕΓΑΣΜΑ ΑΦΥΠΝΙΣΗΣ ΚΑΙ ΘΥΜΟΥ!
Αυτογνωσία: «η ευθιξία μου έφτανε στα όρια της βλακείας».
Αφύπνιση: «η μαγεία είναι η λέξη που απουσιάζει γενικώς....ειδικά όταν ο άντρας σου είναι ασφαλιστής»,
Υπομανιακή-Κρίση ταυτότητος: «είχα το πρωί τον ερευνητή, μεσημέρι το βαρκάρη και το βράδυ τον ασφαλιστή. Σαν αντιβίωση».
Αμφισβητίας: «Αν το πρόβλημα είναι ο γάμος....γιατί τους θέλω και τους τρεις ή κανένα;»
Θυμός (φεμινιστικός θυμός) > στον ψυχαναλυτή.

ΑΥΤΟΠΑΓΙΔΕΥΣΗ: Η καταδίκη ολοκληρώνεται!!*
*PINK FLOYD: THE TRIAL (WALL)
_______________________________________________
ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ
1. Λογοτεχνική καταξίωση:
στιλ, βάθος, χαρακτήρες.
2. Ξεκάθαρη Τεχνοτροπία
Ρεαλισμός, ψυχογραφικό.
3. Άριστη χρήση της Ελληνικής
γλώσσας.
4. Διαβάζεται!!!

_____________________________________

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
1. ΕΠΙΤΥΧΗΣ ΨΥΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ.
2. ΔΙΚΑΙΩΣ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΨΗΛΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ
ΓΙΑΤΙ ΕΧΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΗΣ: ΣΤΙΛ, ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΧΝΙΟΥΝΤΑΙ.
___________________________________________________________________
ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ.
1. Ιστορίες αλλοτινής εποχής (κυρίως)
2. Επιφανειακή αναφορά στον Κύπριο άντρα.
3. Τοπικισμός.

Παρουσίαση βιβλίου στην Ουτοπία

Παρουσίαση του βιβλίου της Νένας Φιλούση «Ας ρώταγες ποιον αγαπάω», Εκδόσεις Παράκεντρο, 2010
Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011, Μπουάτ «Ουτοπία»
από τη ποιήτρια Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου

Γιατί μια ποιήτρια γράφει διηγήματα, όταν το απόσταγμα του ψυχισμού της διοχετεύεται με τόση ευστοχία σε ποίηση; Όταν γι’ αυτήν, σύμφωνα με τη δική της καταγραφή
«η ποίηση είναι μνήμη, μνήμα, μνημείο»
γονυκλισία ατέλειωτη που καταργεί το τέλος.
(Ποίημα «Εν τέλει», από την ποιητική συλλογή
«Μνημοροή», Ιωλκός, Αθήνα 2002)

Ο αφηγηματικός λόγος, όπως όλοι γνωρίζουμε, αναλύει τον στοχασμό, επεξηγεί, περιγράφει μέσω προσώπων που δρουν, ενώ ο ποιητικός κυρίως συνθέτει μέσω εικόνων, υπονοεί και συμπυκνώνει την ουσία της ύπαρξης. Η ποιήτρια Νένα Φιλούση έχει την ανάγκη ν’ αφηγηθεί πώς και γιατί είναι γυναίκα ποιήτρια. Ποιες συγκυρίες, ποια πρόσωπα, ποια βιώματα διαμορφώνουν το πνευματικό και ψυχικό της υπόβαθρο και σφραγίζουν την πορεία της. Ποιες συγκινήσεις εισπράττει ως ποιήτρια, ποιες απόψεις έχει για «το πρόσωπο της αξιοπρέπειας», το πρόσωπο του αγώνα, τον πόλεμο, την εργατική τάξη και την εξουσία, τα νεανικά απωθημένα, τις κοινωνικές νόρμες (κυρίως το γάμο από αυτές), τις ηθικές δεσμεύσεις, τον έρωτα. Και ο τρόπος βέβαια είναι η αφήγηση. Ένας εσωτερικός μονόλογος ή αν θέλετε αυτοδιάλογος με μεγάλη ενίοτε δόση χιούμορ, ειρωνεία, γοργή στιχομυθία με πολλά ερωτηματικά και για τούτο ελκυστική αφήγηση που επίκεντρό της είναι το γυναικείο φύλο. Η γυναίκα. Το θήλυ σε σχέση με όλους τους δεσμούς, (κυριολεκτικά και μεταφορικά) που συνυπάρχουν στη ζωή της. Πριν και μετά την αυτογνωσία της.

Το βιβλίο, που παρουσιάζουμε απόψε αφιερώνεται σε μια άλλη γυναίκα, την αδελφή της συγγραφέως. Στο πρώτο διήγημα με τίτλο «Από βασιλέα γενιά» η αφηγήτρια μάλιστα δηλώνει για τα απωθημένα και τα χρωστούμενα της συγγραφικής τέχνης: (σελ. 18)

Συγγραφέας εγώ έπρεπε να ήμουν κι όχι αυτή. Συγγραφείς δε γίνονται αυτοί που έχουν απωθημένα και κάθονται πίσω και παρακολουθούν τους άλλους; Ε, αυτή είμαι εγώ. Η Ευγενούλα να ζει τις περιπέτειες κι εγώ να τις γράφω. Αυτό είναι το σωστό. Ατύχησα όμως πάλι. Το είπε πρώτη!

Σιγά δηλαδή που θα γίνει συγγραφέας η Ευγενούλα! Όπως την εποχή που έγραφε ποιήματα ο πατέρας για το φεγγάρι και τις επιθυμίες (μα το Θεό, έβλεπε τις επιθυμίες μες στο φεγγάρι) ώσπου αρρώστησε η μάνα μου και πέθανε και κόπηκε και η ποίηση. Το γράψιμο, κυρά μου, θέλει αφοσίωση κι εσένα ο κώλος σου καθισιό δεν έχει. Από την άλλη σκέφτομαι, αν γίνει αυτή συγγραφέας, θα με βάλει κι εμένα μες στα βιβλία της ή θ’ ασχοληθεί μόνο με τις ερωτικές της αποθηκεύσεις;

Μόνο που δε θα το αντέξω, αν καταφέρει να γίνει συγγραφέας η Ευγενούλα. Θα πεθάνω. Τι ζωή είναι τούτη τέλος πάντων που χαρίζεται στις Ευγενούλες και παιδεύει τους άλλους να βγάλουν λες τα χρωστούμενα;

Τα δέκα διηγήματα της Νένας Φιλούση «Ας ρώταγες ποιον αγαπάω» από τις εκδόσεις Παράκεντρο (που συγχαίρομε για τη λιτότητα και αρτιότητα του σχεδιασμού τους) έχουν ακριβώς ως τίτλο μια καθοριστική φράση για τη μοίρα της γυναίκας, την οποία διαπραγματεύεται η συγγραφέας, είτε αυτή είναι η γυναίκα που επιστρέφει αναζητώντας τον παιδικό της έρωτα, είτε είναι η γυναίκα που δεν μπορεί να επιστρέψει στον εαυτό της, χήρα με παιδιά, λόγω του πολέμου του 74, αλλά ούτε και να επιτρέψει λόγω των κοινωνικών στεγανών στον εαυτό της την ελεύθερη επιλογή μιας νέας ζωής. Η γυναίκα κόρη, νιόπαντρη, η γυναίκα έγκυος, η γυναίκα στέρφα, η μάνα, η πεθερά, η ερωμένη, η εξαπατημένη σύζυγος, η εγκαταλελειμμένη σύζυγος, η γυναίκα με ένα παρελθόν σχιζοφρενικό κι ένα μέλλον ευοίωνο. Η γυναικεία ψυχοσύνθεση χωρίς τη συνειδητοποίηση των δικαιωμάτων της ύπαρξής της, έρμαιο της θηλυκότητάς της ή θύμα των ανδρικών επιθυμιών, εγκλωβισμένη στο ρόλο, που της προδιαγράφουν οι άλλοι, (ο παράνομος έρωτας π.χ. στο διήγημα «Το σπίτι»), παρουσιάζονται από τη συγγραφέα, που αφηγείται πάντα σε πρώτο πρόσωπο με τη ζωντάνια και αμεσότητα που διαθέτει ο λόγος της, αποδεικνύοντας ότι και σ’ αυτό τον αποκλεισμό που επιβάλλεται στο φύλο της (ο άντρας θέλοντας να διατηρεί και την οικογένεια και την ερωμένη ενοικιάζει ένα σπίτι για τον κρυφό έρωτά τους) η γυναίκα μπορεί να έχει συνειδητά τις δικές της επιλογές. Το συγκεκριμένο διήγημα μου θυμίζει το δοκίμιο της Βιρτζίνια Γουλφ με τίτλο “A room of One’s own”, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1929 και είναι βασισμένο σε μια σειρά διαλέξεων που είχε δώσει σε δύο κολλέγια γυναικών του Πανεπιστημίου του Cambridge το 1928 η Βιρτζίνια Γουλφ με θέμα «Γυναίκες και μυθοπλασία». Δεν γνωρίζω αν η Νένα Φιλούση το είχε διαβάσει πριν γράψει το δικό της αυτό διήγημα, αλλά ακριβώς, ως πνευματικός άνθρωπος η Νένα, θεωρώ ότι συναντά την Αγγλίδα αυτή σπουδαία συγγραφέα που τα μυθιστορήματα και δοκίμιά της επηρέασαν βαθύτατα την αγγλική φιλολογία. Η Βιρτζίνια Γουλφ υποστήριζε ότι η χειραφέτηση της γυναίκας από την πατριαρχία θα προέλθει μέσα από τη συνειδητοποίηση του δικαιώματος να εξασφαλίσει ένα δικό της χώρο, ένα δικό της δωμάτιο, μέσα στο οποίο απερίσπαστη από οικογενειακές και οικονομικές υποχρεώσεις θα μπορεί ως άνθρωπος και ως συγγραφέας να σκέφτεται και να δημιουργεί. Η Νένα Φιλούση τελειώνει το διήγημά της «Το σπίτι» με τα ακόλουθα σχετικά λόγια:

«Πρέπει να σώσω τις ώρες που όλα έξω σιωπούν και μένω με το μέσα μου. Πρέπει οπωσδήποτε να πάρω το σπίτι! Το οποίο βέβαια θα προστατεύω από κάθε επιβουλή. Και τότε, α, τότε θα παίζω με δικούς μου κανόνες!».

Στο διήγημα «Ζωή που δεν μοιράζεται» με την αφηγηματική τεχνική in media res, δηλ. αρχίζοντας από το μέσον της υπόθεσης, η συγγραφέας παρουσιάζει την πανάρχαια πάλη του καλού με το κακό με φορέα την κοινωνία και δέκτη τη γυναίκα. Αφορά τη δημιουργική δύναμη που κρύβει μέσα της η γυναίκα και μπορεί να απελευθερώσει μέσα σε θετική ατμόσφαιρα αποδοχής και αγάπης, ενώ η δύναμη του μίσους γίνεται επίσης καθρέφτης για να καταλήξει σ’ αυτό που οι άλλοι θέλουν με απέχθεια να προβάλουν σ’ αυτήν. Η σχιζοφρένεια νικιέται, υπερβαίνεται, και η ζωή συνεχίζεται μ’ αισιοδοξία παρόλον ότι γίνεται η διαπίστωση ότι η ζωή ξοδεύεται άδικα και δεν εξαργυρώνεται ποτέ τούτο το παρελθόν. Υπάρχει τίμημα. Τίμημα βαρύ υπάρχει και στο διήγημα «Της κυρίας Περσεφόνης το παιδί», γιατί η Περσεφόνη επέλεξε να μην μείνει άκληρη πηγαίνοντας ενάντια στον καταναγκαστικό ατελέσφορο γάμο της και την κλειστή κοινωνία του χωριού, μια γυναίκα με καλλιτεχνική φύση που έπαιξε με τους δικούς της κανόνες, καταδικασμένη στη σιωπή και την απόρριψη.

Διαβάζοντας μια συλλογή διηγημάτων πάντοτε ξεχωρίζεις ένα ή δύο διηγήματα, που σου αρέσουν περισσότερο από τα άλλα για κάποιους συγκεκριμένους λόγους. Στην περίπτωση της Νένας Φιλούση και του βιβλίου της «Ας ρώταγες ποιον αγαπάω», δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις ότι το καθένα σε γοητεύει με τη δική του δυνατή έμπνευση και γραφή.

Το διήγημα με τίτλο «Το νόου της Ευγενίας» αφορμάται από μια γνωστή κι αληθινή ιστορία από τα χρόνια του Απελευθερωτικού Αγώνα του ’55 – ’59. Ξεκινά με την αναπόληση της συγγραφέως (αφηγήτρια και συγγραφέας ταυτίζονται σε όλα τα διηγήματα) μέσα από φωτογραφία της ηρωίδας της. Πώς ήταν και πώς την φανταζόταν και θυμάται τη συνάντηση μαζί της και την εκ βαθέων μαρτυρία της για το γεγονός. Την αναγνώριση τριών νεκρών αγωνιστών από τους συγγενείς τους με την προειδοποίηση να μη φανεί η συγκίνηση ούτε και η σχέση τους με τους νεκρούς. Να μην κλάψει η σύζυγος του νεκρού, η Ευγενία. Να μην αναγνωρίσει τον άντρα της. Να νικήσει την καρδιά και το κορμί της. Να μη συσχετιστεί η ενέδρα εναντίον των Άγγλων με την ομάδα των αγωνιστών του χωριού. Να κερδίσει χρόνο η ομάδα. Και είπε το νόου η Ευγενία. «Ένα νόου σχεδόν αληθινό» για τον αγνώριστο νεκρό που είχε μπροστά της. Ποιες είναι όμως οι συνέπειες για μια χήρα γυναίκα; Γράφει η συγγραφέας: (σελ. 52)

Μοναξιά. Κυρίως αυτό. Ο κόσμος είναι σκληρός. Εμένα πού μ’ άφηκε τούτος ο αγώνας; Η ενέδρα στο γιοφύρι της Καλόβρυσης έκοψε τη ζωή μου στα δυο. Κι εκείνο το νόου που ξεστόμισα, σαν να αρνήθηκα όχι μόνο τον Παναγιώτη, όχι... τη ζωή μου ολάκερη. Κοίτα που έζησα τόσα χρόνια μόνη μου... Για δε με παίρνει ο Θεός;

Καλά το είπα, με ξέχασε ο Θεός. Μου γύρισε την πλάτη. Μου είπε νόου!
.......................................................................................................................
Φάε το γλυκό σου, το πέτυχα φέτος το νεράτζι. Άραγε ξέρει εγγλέζικα ο Θεός;

Η Νένα Φιλούση εισχωρεί στις μύχιες σκέψεις της γυναίκας και στο τίμημα που πλήρωσε με πολλούς τρόπους, κυρίως το τίμημα της οδύνης και της μοναξιάς, ενώ εν τω μεταξύ η αγάπη, η αφοσίωση, η τρυφερότητα, ο σεβασμός μιας ολόκληρης έγγαμης ζωής είναι παρόντα, δεδομένα, χωρίς βέβαια ανταπόδοση. Το διήγημα με το εξομολογητικό του ύφος (από την ηρωίδα της προς την αφηγήτρια) υπενθυμίζει ξανά τη μοίρα, την παντοία συνεισφορά των γυναικών στον Αγώνα, την υπέρβαση του ατομικού εγώ με όλα όσα συνεπάγεται για την ανθρώπινη πλευρά της γυναίκας ως προσώπου. Το νόου της Ευγενίας είναι αληθινό και το διήγημα αριστοτεχνικά δοσμένο. Δυνατή η έμπνευση, δυνατή και η γραφή, όπως και στο διήγημα «Η ουλή μου», για το οποίο διερωτάσαι, πώς μέσα σε εφτά σελίδες πετυχαίνει η συγγραφέας να δώσει την έφηβο αγωνίστρια τον καιρό του Αγώνα, τον αναπάντεχο και ιδανικό έρωτά της για έναν ήρωα, τα βασανιστήρια που υπέστη και τα βιώματα που κουβαλά, τον αδιέξοδο έγγαμο βίο της, τη στειρότητά της, τη σχέση με το σώμα της και την αρρώστια του καρκίνου, τις αληθινές αυθεντικές σχέσεις, σε τελική ανάλυση που σημαδεύουν ανεξίτηλα μια ζωή, σε αντιπαράθεση με τις συμβατικές, που δεν αντέχονται. Η ουλή κυριαρχεί, σωματική και ψυχική, ουλή από τα βασανιστήρια, ουλή από τον καρκίνο και δεν μπορεί να συμβιβαστεί η μνήμη με τη ρηχότητα της σημερινής της καλοπέρασης. Η μνήμη γίνεται ουλή που πονεί και διαμορφώνει το τώρα, και η ηδονή του καπνίσματος (έχουμε ως τέχνασμα ένα αιτιολογημένο ελεγείο για το κάπνισμα) ενεργοποιεί τη μνήμη και την εκτονώνει. Εδώ δεν μπορώ παρά να θυμηθώ και τους στίχους της ποιήτριας για να φανεί και η διαφορά ποίησης και πεζογραφίας
Η λύπη και η ποίηση έχουν μια συγγένεια
την εσωτερική αυλή
και κάθε που πάω να σε φιλήσω
χρυσός σταυρός μπαίνει στο στόμα μου
και το ματώνει (από το ποίημα με τίτλο «Από πάντα», Συλλογή «Μνημοροή», Ιωλκός, Αθήνα 2002).

Αναφέρθηκα στο τέχνασμα του καπνίσματος, η επιτυχία του οποίου αναδεικνύει τη διαφορά αντιλήψεων και την έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ του ανδρογύνου. Διαβάζω από το διήγημα «Η ουλή μου» (σελ. 53).

Τα αγοράζω κρυφά. Δεν έχει σημασία η μάρκα, μα τούτα δω τα γαλάζια με την κίτρινη γραμμούλα μ’ αρέσουν πιο πολύ. Κάνω ένα πριν πλύνω τα πιάτα, ενώ ο Νικόλας διαβάζει εφημερίδα στο σαλόνι που το πιάνει κι ο ήλιος. Άλλο ένα άμα τελειώσω από την κουζίνα και δυο ή τρία το βράδυ, αναλόγως. Τη νύχτα αργά μ’ αρέσει πιο πολύ. Γενικά τα τσιγάρα πάνε με τις νύχτες.

Ο Νικόλας λέει πως δεν είναι μόνο οι αρρώστιες που κυνηγούν τους καπνιστές, είναι και το ίμεϊτζ. Ειδικά της γυναίκας. «Μερικές καπνίζουν σαν άντρες», λέει σχεδόν με έκπληξη. Όχι ακριβώς ανήθικο, «μα τον καιρό που ήμουν εγώ νέος, κάπνιζαν οι αριστερές και οι ξετσίπωτες. Τώρα καπνίζουν όλες! Και το σινάφι της νύχτας βέβαια χωρίς εξαίρεση!»

Κάθε του λέξη τονίζει την άρνηση και τη σιγουριά για την άποψή του. Μάτια, φρύδια, χέρια, στήθος, ρουθούνια, όλα προς τα πάνω, ένα τεράστιο όχι στο κάπνισμα, στις γυναίκες που καπνίζουν, στις γυναίκες γενικά.

Εγώ όμως καπνίζω. Είναι μια δική μου, μια κατάδική μου απόλαυση. Ίσως και η μόνη.

Ρουφάω και ξαναρουφάω και πια θαρρώ πως φεύγω εντελώς από δω που ανάγκασα την ψυχή μου να δεθεί. Συχνά καπνίζω εδώ, στο παράθυρο της κουζίνας και κοιτάω κάτω τις ελιές και μακριά τη θάλασσα. Άλλοτε πάλι βγαίνω στο μπαλκονάκι, μόλις που χωράει έναν άνθρωπο, εγώ, οι σκούπες και τα καλάθια για τα σκουπίδια.

Και σ’ αυτό το διήγημα η υποτιθέμενη απάντηση στον τίτλο «Ας ρώταγες ποιον αγαπάω» θα αποκάλυπτε τα ερείσματά της και το νόημα που έδωσε στην ύπαρξή της ο έρωτας ενός αγώνα και θα έσωζε τη ζωή και κυρίως το γάμο. Γάμο παριστάνει και το εξώφυλλο του βιβλίου, έργο του ζωγράφου Αργύρη Κωνσταντίνου από τη σειρά «Νύφες», υποδεικνύοντάς μας τον θεματικό άξονα του βιβλίου.

Στο τελευταίο διήγημα παρουσιάζεται η γυναίκα, που συνειδητά επιλέγει πλέον να ζει με ένα σύζυγο και δυο εραστές και επιθυμεί να εκπλήξει και τον ψυχαναλυτή της, ασκώντας και σ’ αυτόν τις δυνάμεις της, να τον κάνει να την ερωτευτεί, εκτός από τη βοήθεια που του ζητά, να βάλει τάξη στη σύγχυσή της. Σ’ αυτό το διήγημα η γυναίκα που μπορεί να εξουσιάζει τις ζωές των άλλων δεν είναι θύμα κανενός, μπορεί να αγαπά τον εαυτό της, να οργίζεται και να χειρίζεται τη ζωή της, όπως επιθυμεί, μέχρι παραλογισμού. Περνά τα όρια, γίνεται θύμα του εαυτού της, αλλά είναι πλέον ικανή να διευθύνει και να κατευθύνει τη ζωή της και τις ζωές των άλλων προς όφελός της. Μια ευφυής συζήτηση με τον ψυχαναλυτή της μέχρι τα άκρα είναι ο τρόπος της συγγραφέως να περιγράφει τα τεκταινόμενα.

Θα ήθελα επίσης επιλεκτικά να αναφερθώ σε βασικά ερωτήματα που θέτει η Νένα Φιλούση, υπαρξιακά, μεταφυσικά, κοινωνιολογικά ερωτήματα: π.χ.
- Ζωή που ξοδεύεται τι είναι; Δική μας ή των άλλων;
- Έλεος για μένα (τη γυναίκα) δεν υπάρχει;
- Υπάρχει δικαιοσύνη;
- Ποιο είναι το λάθος μου;

Φράσεις επίσης, όπως οι ακόλουθες δείχνουν συμπυκνωμένη όλη την τέχνη του αφηγηματικού της λόγου:
Έχει μεγάλα λυπημένα μάτια που κολυμπώ μέσα τους με όλους μου τους καημούς. (Διήγημα «Ζωή που δεν μοιράζεται», σελ. 78).
Πρέπει να κτυπηθώ με τη μνήμη μου (Διήγημα «Η ουλή μου» σελ. 56).

Κι ακούστε μια παράγραφο, όλη διατυπωμένη με ερωτήσεις (δέκα προτάσεις ίσον δέκα ερωτήσεις) πώς πετυχαίνει κι αναδεικνύει την προσωπικότητα της ηρωίδας στο διήγημα «Η γειτονιά τιμάει τον Άρη» (σελ. 41).

Εγώ γιατί δεν υπολόγισα ποτέ τα χρόνια του; Γιατί ονειρεύτηκα αυτόν τον άνθρωπο; Με ποιο δικαίωμα; Και γιατί ήρθε; Γιατί είπε θα ξανάρθει; Γιατί να μπει μες στο φτωχόσπιτο έτσι, μήπως μας λυπάται; Είναι δυνατόν ν’ αγοράζει πάστες και να πηγαίνει στα σπίτια των εργατριών για κείνο το ανθρώπινο πρόσωπο της εταιρίας που λένε τα αφεντικά; Και το Αγγελικούλα, γιατί το είπε;

Η απραγματοποίητη ευχή με το αναπάντητο ερώτημα του τίτλου «Ας ρώταγες ποιον αγαπάω» είναι φράση-κλειδί, που διαπερνά όλα τα διηγήματα.

Η συγγραφέας ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας το γυναικείο είναι με φυσικότητα, πληρότητα και αλήθεια. Περιγράφει την ψυχολογία της γυναίκας σε όλες τις εκφάνσεις της ηλικίας της, τα ταμπού που βιώνει, την απουσία αυτοελέγχου και πρωτοβουλίας, τη θυματοποίηση και τις αυτοκαταστροφικές της τάσεις αλλά και τη δυναμική που μπορεί ν’ αναπτύξει μέσα από τα αποθέματα της ψυχής της και την αυτογνωσία που μπορεί να αποκτήσει εξισορροπώντας τη δική της ζωή και των άλλων πληρώνοντας το τίμημα. Διαβάζομε διηγήματα με συνεκτικό άξονά τους τη γυναικεία ύπαρξη, σε σχέση πάντα με το αντίπαλον δέος, τον άντρα και τη δική του εσωτερική κι εξωτερική πορεία.

Επομένως στη σειρά των αξιόλογων του είδους νεότερων διηγηματογράφων προστίθεται και η καλή ποιήτρια Νένα Φιλούση. Νιώθω τυχερή, που διάβασα αυτό το βιβλίο και διάβηκα μέσα από τόσες γυναικείες αισθαντικότητες, μοίρες, ρόλους, διαδρομές, ψυχοσυνθέσεις, που υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν στην πραγματική ζωή γιατί τα διηγήματα της ποιήτριας Νένας Φιλούση πιστοποιούν τη ζωή. Τόση ικανότητα στην απόδοση των χαρακτήρων ανδρών και γυναικών, τόση ανάλυση του ψυχισμού, τόση ουσία ζωής.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Ποίηση (Πέτρινα)

Δεν σ’ αγγίζω


Συμπίπτουν αόριστα οι πόνοι μας στο χρόνο.
Ας πούμε, κοινή αναφορά οι νύχτες
το «καλημέρα μάτια μου».

Τι ωραία Θεέ μου όταν γελάς
ή όταν παίζεις τον εαυτό στα δάχτυλα.
σαν παιχνιδάκι απασχόλησης πρώην καπνιστού.

Η σιωπή σου πάει να πει αντέχεις:
οι ώρες να σε προσπερνούν
τα ταξίδια να φεύγουν, οι άνθρωποι
να επουλώνονται κοντά σου.

Μεγάλη σοφία ν’ αγαπάς την προδοσία μου
Κι εγώ η ανόητη να επιμένω
(θα ήθελα ν’ αγγίξω όπου πονάς
μα δε φτάνω) ότι θα σ’ αγαπώ για πάντα –
κι αν λησμονήσω;
Ποιο συνειρμό γεννά η απαγορευμένη αφή;

(Ναι. Θα ήθελα. Κι ακόμα, τα μαλλιά, το πρόσωπο, τους ώμους…)
Κάθομαι ήσυχα και φοβάμαι
μην ακουστούν επιθυμίες στο δωμάτιο.
Ξεκουράσου.
Δεν σ’ αγγίζω. Όχι δεν σ’ αγγίζω.

Νένα Φιλούση

Ποίηση

Υπόδυση

Με το που μπαίνει αιθρία
βγαίνω από κάθε ζευγαρωμένη υπεράσπιση
αδυπόδυτη
και τρυγώ.
Οι ερωτήσεις μου σκοπίμως αφελείς.
Επιζητώ αιχμηρές απαγορεύσεις
και υποστάσεις ασυγχώρητες
ανυπόδυτη
στο θερισμό.
Λες, καλά και πριν την προϊστορία τι είχαμε;
Το χάδι πότε άφησε ίχνη για τους ερευνητές;
Τι ξέρουν οι αρχαιολόγοι για το δέρμα μου
πριν γεννηθώ- ξέρεις εσύ
τότε που γύριζα αλυπόλυτη
Στους ελαιώνες.

Τι ανόητα φέρεται κάποτε η επιστήμη!

Νένα Φιλούση

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Παρουσίαση του βιβλίου μου στην Οκτάνα २)

Κείμενο παρουσίασης του βιβλίου μου στην Οκτάνα

Η πηγή από την οποία η Νένα Φιλούση πίνει νερό για να ξεδιψάσει, είναι αυτή της Ποίησης.

Είναι ξάστερο αυτό, σε όποιον διαβάσει τις ιστορίες της και ταυτόχρονα σταθεί στην ποίηση που παράγει.

Αν και κόσμοι τελείως διαφορετικοί, η Ποίηση και η Διήγηση συνθέτουν και οι δύο ένα μεγάλο μέρος της Ενήλικης Παραμυθίας όπως μου αρέσει να αποκαλώ τη Λόγια Γραφή σε αυτές τις δύο εκφάνσεις της.

Εξαιρώ τη μυθιστορία, καθώς αποτελεί μία κυρίως αγγλοσαξονική παράδοση στην οποία ο ελληνικός λόγος –κατά κανόνα- δύσκολα βρίσκει πυξίδα.


Μας πήρε εφτά χρόνια να ταιριάξουμε τα κομμάτια

Στην άκρη του γαλανού / οι μεθυσμένες πέτρες της πατρίδας / επιφέρουν το θάνατο / στα ξένα σώματα.

Υπάρχει δηλαδή μία ανάγκη γιαλού/ να πετάμε τις ψυχές μας/ όπως άμα παρατάς την καλοσύνη σου/ γυμνός ακκίζεσαι γυμνός αλλά/ τα καλοκαίρια μας, σαν τα ψάθινα καπέλα μας περνούν, ασπάζονται και φεύγουν.

Το μικρόψυχο τέλος που φοβερίζει / νοτίως ας έρθει / εμείς ολόγυρα θαλασσινοί / ανοιχτοί στο θέρος περιμένουμε.

(τι να μας ταράξει πια εν τη απουσία σου; )

Ήδη, σε αυτό το ποιητικό κόσμημα από τη συλλογή Μνημοροή του 2002 – αισθάνεται ο καλός αναγνώστης την αφήγηση να αγκαλιάζει διακριτικά τον ποιητικό λόγο και να τον «περιποιείται».

Με τον ίδιο τρόπο, αντιστρέφοντας τώρα τους όρους, στις ιστορίες του «Ας ρώταγες ποιον αγαπάω» διαπιστώνεις την ροή της ποιητικής καταγωγής να αποδίδει αβίαστα και με συνέπεια τον ρυθμό ή μάλλον τους ρυθμούς, στη διήγηση.

«Μόνο τα μάτια της, μεγάλα βυζαντινά, λυπημένα»

«Φάε το γλυκό σου, το πέτυχα φέτος το νεράντζι. Άραγε ξέρει εγγλέζικα ο θεός;»

«Πατάω την ουλή μου και φεύγω. Ακόμα μία ηδονή»

Φράσεις, ατάκτως αν θέλετε ερανισμένες από το βιβλίο-θα μπορούσα να παραθέσω εύκολα άλλες 30 ή 40 που ψηλάφισα κατά την ανάγνωση. Νομίζω όμως πως και με αυτές τις τρεις που σας διάβασα, η ποιητική ταυτότητα της Νένας Φιλούση γίνεται φανερή στις διηγήσεις της.

Μία ταυτότητα, που πέρα από την γενική ποιητικότητα ως εκφραστική διάθεση ή καταγωγή, παρέχει ρυθμούς, που ταυτισμένοι όπως είναι με τους χαρακτήρες των βιβλίων σε παρασύρουν εύκολα:

(απόσπασμα-σελίδα 88 )

Το βιβλίο της Φιλούση έχει και ένα άλλο χάρισμα.

Είναι ειλικρινές. Αφτιασίδωτο. Πηγαίο, αλλά όχι «λαϊκό». Είναι δηλαδή επεξεργασμένο με επάρκεια, είμαι βέβαιος πως πολλά, γράφτηκαν και σβήστηκαν και μετά ξαναγράφτηκαν για να ξανασβηστούν και να γραφτούν εκ νέου μέχρι να βρουν το τελικό τους σχήμα και να μας παραδοθούν. Ακριβώς για αυτό, έρχεται σε μας Πηγαίο και Ειλικρινές. Πηγαίο γιατί δουλεύτηκε τόσο όσο χρειάστηκε η συγγραφέας για να συναντήσει την ψυχή των χαρακτήρων της, ειλικρινές, γιατί απουσιάζει πλήρως ο βαρύγδουπος λεξιλάγνος ναρκισσισμός που πια τόσο συχνά βρίσκουμε να κυριαρχεί στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία-προφανώς ένεκα βαθιάς πενίας επί της ουσίας.

Όλα αυτά που είπαμε έρχονται και κουμπώνουν σε μία γραφή ρεαλιστική, σχεδόν ρεπορταζιακή θα την έλεγα, καθώς η συγγραφέας κινεί την πένα της σαν κάμερα που σκηνοθετεί την πραγματικότητα.

Διαβάζοντάς την, αρκετές φορές θυμήθηκα τον σπουδαίο Τζίγκα Βερτόφ, τον θεωρητικό του «Κινηματογράφου Μάτι» που επέδρασε σαν τυφώνας στην κινηματογραφία στις δεκαετίες του 20 του 30 και του 40.

Αντίστοιχα λοιπόν θα χαρακτήριζα το ύφος της σαν «Πένα Μάτι» που καταγράφει ιστορίες- φέτες ζωής όπως ακριβώς είναι ενώ η ποιητικότητα για την οποία μίλησα νωρίτερα έρχεται να ρίξει τους χρωματισμούς, τους ίσκιους ή το φως στην κάθε εικόνα, στον κάθε χαρακτήρα για να μας δοθεί με τόση ευκρίνεια, ώστε πια κατά στο τέλος της ανάγνωσης στο νου σου έχεις σκιαγραφήσει πρόσωπα, μάτια, χέρια, ρούχα, έχεις ακούσει τις ανάσες τους, τις φωνές τους, ακόμα και τον διαφορετικό βηματισμό τους.

Απέφυγα να σταθώ σε οποιαδήποτε στοιχεία Κυπριακής Ηθογραφίας.
Αντιμετώπισα το βιβλίο, σαν καθαρή λογοτεχνία, και για να το πω πιο καθαρά, σαν σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία καθώς, κατά τη γνώμη μου η γλώσσα είναι αυτή που προσδιορίζει την καταγωγή της λογοτεχνίας. Άρα-κατά τη γνώμη μου- τόσο το συγκεκριμένο βιβλίο όσο και το σύνολο της δουλειάς της Νένας Φιλούση αποτελούν μέρος του ευρύτερου ελληνικού λογοτεχνικού πλούτου και μόνο έτσι πρέπει να ειδωθεί.

Είμαι βέβαιος πως θα υπάρξει συνέχεια, γιατί, έτσι και αλλιώς η ίδια, σφραγίζει το βιβλίο της με τη φράση:

« Κι η δική μου ψυχή πιάνει ψηλές θερμοκρασίες»

Γιώργος Πήττας
3.3.11

Ποίηση

Μνήμη σώματος

Οι πέντε αισθήσεις μου προσέβαλαν αισχρώς τη βιολογία.
Θα κρατήσει η όραση την όψη σου
η ακοή μου τη φωνή σου
τη μυρωδιά το δέρμα μου
τη γεύση της λύπης που καπνίζει εντός.
Για την αφή μη με ρωτήσεις
την πενθώ.

Τραγούδια ειπώθηκαν πολλά
Πάντα ένα το ίδιο που γυροφέρνει
δε με νοιάζει το υλικό
Φωνές κι εδώδιμα έρχονται, φεύγουν.

Μα το δέρμα δεν αναπληρώνεται.
Τα εγκαύματα επιφέρουν πάντα θάνατο.


Νένα Φιλούση (από τα Πέτρινα)

Ποιήματα από τη "Μνημοροή"

Λευκωσία 1989


Στίχοι θανάτου θυμίζουν το μικρό στρατιώτη
η επιδερμίδα του παρέμεινε ωραία
το παράπονό μας γίνεται σώμα
πάνω στην ώρα του θάβεται.
Κι ο θρήνος ήταν για τα άνθη μας.
Τον κλάψαμε τρεις ημέρες.

Ύστερα συνηθίσαμε
βγαίναμε χαράματα
σαν τον αμετανόητο ληστή:
κι αν είσαι μάγκας βγες
αν είσαι μάγκας βγες.

Εν τέλει


Οι ποιητές μάχονται ν’ ανέβουν στη λύπη
με τη χαρά στα σακίδια
να σώσουν τα θαύματα και τους αγίους
που αγάπησαν.
Δεν είναι νησί ο τόπος μας
ένα κουβάρι μόνο που μαζεύεται
τεντώνεται κι αναδιπλώνεται
αδιαλείπτως.

Η ποίηση ανεβαίνει στην άσκηση
εν πομπή
με κεριά και λαμπάδες.
Κατεβαίνει στον πόνο μοναχή και λάμπουσα
με ένδυμα νυμφώνος καθαρό
από λογής – λογής αγνότητες κι ιδανικά.

Η ποίηση είναι «μνήμη, μνήμα, μνημείο»
και τα πουλιά του σκαλιστή
στ’ αμπέλια της Παναγίας
η νυχτερινή της μεταμόρφωση.
Γονυκλισία ατέλειωτη που καταργεί το τέλος.

Να τώρα μαζεύει τα ρούχα της
και κλείνεται στην ερημιά με πείσμα.


Νένα Φιλούση

Ποιήματα

Αλλόχρονο

Η φωνή του πατέρα στο τηλέφωνο
είναι πραγματική
τέμνει στα δύο την αστάθεια των κινήσεων
αφήνεται στο δωμάτιο σαν λεβάντα του χειμώνα
σαν δαντέλα πριγκηπέσας
και σαν καπέλο του Ζορό
ξεχασμένα στην κρεμάστρα ως το καλοκαίρι.

Μπορώ να την κοιτάω όλο το πρωί
και να την αγγίζω το απόγευμα.




Περιπατούσα θλίψη

Διαδρομή σε γειτονιές που μυρίζουν
φαί, κορμιά και παρελθόντα.
Το σπίτι σου βουβό σε δρόμο κάθετο.

Φωτογραφεία με γιγάντιες πόζες γάμων
«εσύ σκύψε στον ώμο του»
«εσύ φίλα το κεφάλι της»
Αγάπη προθανατισμένη
στη θάλασσα ή στο πάρκο
με φοίνικες και βότσαλα για μάρτυρες.

Περπάτησα τόσο πολύ που πόνεσαν τα χέρια.
Το σώμα μπορεί και να ‘γινε παλιό μπαλκόνι
με την υγρασία του
τις φαγωμένες σιδεριές του
τις σιγανές εξομολογήσεις του.

Ύστερα μπήκες εσύ κι έγινε φως.

Νένα Φιλούση

Παρουσίαση του βιβλίου μου στην Οκτάνα

Κείμενο για την παρουσίαση του βιβλίου της Νένας Φιλούση την Πέμπτη 3.3.2011 στην ΟΚΤΑΝΑ στη Λευκωσία
Διαβάζοντας τα διηγήματα αυτά της Νένας Φιλούση που περιέχονται στην καλαίσθητη έκδοση του Παράκεντρου, συνειδητοποίησα για ακόμη μια φορά πόσο σπουδαίο είναι στην πεζογραφία η αναγνωστική εμπειρία να οδηγεί τη σκέψη, στα μονοπάτια της καθημερινότητας σου, είτε αυτή αφορά το παρελθόν, είτε το παρόν, είτε το μέλλον. Να αισθάνεσαι δηλαδή ότι αυτά που διαβάζεις δεν αφορούν έναν άλλον κόσμο μακρινό ή μια ξένη κοινωνία, αλλά εσένα, τους γύρω σου και τον τόπο που ζεις.
Κατ’ αρχάς, με γοήτευσε ο αφηγηματικός τρόπος της λογοτέχνιδας, τα πολύ ωραία ελληνικά που χρησιμοποιεί, η διεισδυτική ματιά της γραφής της και βεβαίως οι καλοστημένες ιστορίες της. Αλλά, ιδιαιτέρως με κέρδισε η ανεπιτήδευτη προσέγγιση της στους χαρακτήρες, στις ανθρώπινες σχέσεις και στις νοοτροπίες, οι οποίες με τη σειρά τους κυοφορούν συμπεριφορές που αναδύουν στην επιφάνεια ένα μεγάλο πρόβλημα της μικρής μας κοινωνίας, που δεν είναι άλλο από την αναστολή της ελευθερίας και κατ’ επέκταση της επιθυμίας.
Η επιθυμία τις περισσότερες φορές βιώνεται ως πράξη επιβεβαίωσης του εγώ κι όχι ουσίας, καταναλωτική ευχαρίστηση και παρόρμηση. Κι όπως όλοι γνωρίζομε μες στους αιώνες η συμπεριφορά αυτή καταδικάστηκε από διάφορα θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα, τα οποία διατυπώνουν την άποψη ότι ο αγώνας κατά των επιθυμιών βοηθά τον άνθρωπο πνευματικά. Σήμερα όμως πολλοί μελετητές του ανθρώπινου ψυχισμού διατυπώνουν την άποψη ότι υπάρχει και μια άλλη μορφή επιθυμίας, η ουσιαστική επιθυμία, όπως την ονομάζουν. Αυτό σημαίνει την ανάγκη του ανθρώπου να απεγκλωβιστεί από κάθε εξωτερική δέσμευση και να βγει έξω από το άχθος του εαυτού του, επιθυμώντας να επικοινωνήσει, να μοιραστεί και να χαρεί. Όχι για να επιβεβαιωθεί, αλλά για να ζήσει αυθεντικά και ποιοτικά μαζί με τους άλλους, χωρίς να φοβάται την αστοχία.
Με άλλα λόγια, με την ουσιαστική επιθυμία ο άνθρωπος παύει να ζει φοβισμένα, ακρωτηριασμένα και ενστικτωδώς τη ζωή, καταναλώνοντας ηδονές που στο τέλος της μέρας κατακερματίζουν την ύπαρξη του, αλλά έχει το θάρρος να διακινδυνεύει κάθε ώρα και στιγμή την πραγμάτωση του εαυτού του μέσα από την ολότητα της υπάρξεως του, αρνούμενος πεισματικά τη μερικότητα, παίρνοντας το ρίσκο να αγαπήσει άνευ όρων και ορίων. Διότι, τότε, μόνο αισθάνεται ότι ελευθερώνεται από την καταναλωτική επιθυμία που είναι μια γκρίζα απόλαυση και σε καμία περίπτωση δεν έχει φως.
Η Φιλούση είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, ασχολείται πάρα πολύ με τις επιθυμίες των χαρακτήρων που παρελαύνουν στα διηγήματα της και ιδιαιτέρως με την καταπιεσμένη ουσιαστική επιθυμία, ειδικά της Κύπριας γυναίκας, που πασκίζει να υπερπηδήσει τους φραγμούς που την εμποδίζουν να υπάρξει ως πρόσωπο, δηλαδή ως σχέση και κοινωνία με τους άλλους ανθρώπους.
Οι πλείστες γυναίκες στα διηγήματα αυτά φωνάζουν ότι το ήθος είναι έξοδος, ο ηθικισμός είναι εγκλεισμός. Κι ενώ το φωνάζουν, αδυνατούν να διαχειριστούν την ελευθερία τους, αλλά τη στέλνουν να σεργιανίζει στα κρυφά και σκοτεινά σοκάκια του μυαλού τους, κι από πράξη εξόδου, διακινδύνευση μανικού έρωτος προς τη ζωή και μοίρασμα αγαπητικό, καταντά πράξη εγκλεισμού και φοβίας, ενοχικής αυτό-εικόνας κι ενίοτε προσμονή ανεκπλήρωτου ονείρου. Η ενοχή και η επιθυμία στα πρόσωπα των διηγημάτων είναι μεγέθη που συνεχώς ταλαιπωρούν τη ζωή όλων και ειδικά των γυναικών που ο μέσα τους εαυτός κοχλάζει από ζωή.
Όσο διάβαζα την ιστορία της Περσεφόνης, της Ευγενίας, της Παρασκευής, της Πολυξένης, της Πηνελόπης, της Πολύμνιας στο νου μου έφερνα τις γυναίκες που όλοι λίγο πολύ γνωρίσαμε. Τις θειες, τις γιαγιάδες, τις μανάδες, τις σαλεμένες, τις ματιασμένες, τις αλλοπαρμένες, τις δακτυλοδεικτούμενες, τις φθονερές, τις κουτσομπόλες. Να ακολουθούν το ένστικτό τους και σπανίως την καρδιά τους. Να αιωρούνται και να παλεύουν με τα συναισθήματά τους. Να σχοινοβατούν μονίμως, κι εκεί που πάνε να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα τους, οι εσωτερικοί κραδασμοί να μην τους το επιτρέπουν. Να φεύγουν και να γυρίζουν καταταλαιπωρημένες και τσακισμένες αναζητώντας λίγη αγάπη. Να μην κάνουν ποτέ αυτό που θέλουν, έχοντας απόλυτη συνείδηση του γεγονότος κι ας μην το καταλαβαίνει ο περίγυρός τους. Να μην τις ενδιαφέρει το παρόν, μήτε το μέλλον μόνο η επιβίωση στο ουτοπικό ταξίδι του μυαλού τους.
Η συγγραφέας όλα αυτά τα διαχειρίζεται με απλό και φυσικό τρόπο περνώντας από τη σοβαρότητα στο χιούμορ, κι από την τραγικότητα στην ειρωνεία, χωρίς αιχμηρότητα, επιτήδευση και βαθυστόχαστες κοινωνιολογικές αναλύσεις. Δεν την ενδιαφέρει να λύσει τα προβλήματα της κοινωνίας και δη των γυναικών αυτών, αλλά να τα αγκαλιάσει και να τα αφηγηθεί με ειλικρίνεια. Το σπουδαιότερο δε, απομυθοποιεί τη γυναίκα που η κοινωνία τη θέλει στήριγμα και υπόσχεση του μέλλοντος, μα στεγνή από συναισθήματα κι επιθυμίες. Αυτή η προσέγγιση κατά τη γνώμη μου συμβάλλει τα μέγιστα στη διηγηματογραφία που ασχολείται με την Κύπρια γυναίκα των νεώτερων χρόνων. Διότι τίποτα δεν ωραιοποιείται αλλά ούτε και υπερβάλλεται. Καμιά παράδοση δεν λιβανίζεται εδώ, παρά μόνο η αλήθεια.
Ταυτόχρονα, οι ιστορίες αυτές, δεν διεκδικούν τον φεμινιστικό έπαινο, ούτε ωθούν τον αναγνώστη σε ακόμα μία στείρα ανάγνωση διαιώνισης της αντιπαραθέσεως γυναίκας και άντρα. Συνήθως τέτοιες απόπειρες πέφτουν στην παγίδα της στρατευμένης καταγγελίας κατά των αντρών, του θυμού και της πικρίας. Αντιθέτως, με χιούμορ, σαρκασμό και λεπτή ειρωνεία οι άντρες είναι το ίδιο καταπιεσμένοι, ενοχικοί και δειλοί. Ούτε αυτοί μπορούν να αποβάλουν από πάνω τους το κοινωνικό βάρος ενός ρόλου που τους θέλει να συμπεριφέρονται σαν άτομα κι όχι σαν πρόσωπα συναισθηματικών ανοίξεων, που είναι έτοιμα να κοινωνήσουν και να επικοινωνήσουν με τις ουσιαστικές επιθυμίες αυτών των γυναικών. Αλλά, κουβαλούν κι αυτοί με τη σειρά τους τις ίδιες φοβίες, αγωνίες κι αδυναμίες καταναλώνοντας σωρηδόν γκρίζες επιθυμίες.
Ενώ οι γυναίκες διακαώς επιθυμούν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, οι άντρες αδυνατούν να ανταποκριθούν, διότι η κυπριακή κοινωνία θέλει τα αρσενικά της να παίζουν τον ρόλο του στυλοβάτη κι εν γένει του ανθρώπου που δεν κυοφορεί αισθήματα, αλλά λύσεις διά παντός είδους προβλήματα. Με αποτέλεσμα το κοινωνικό αυτό αίτημα να ωθεί τα αρσενικά στην αμήχανη επιλογή της δύναμης και της εξουσίας, κι όχι της διακονίας. Μαθαίνουν οι άντρες να μην αποδέχονται την αποτυχία ειδικά όταν αυτή προκαλείται από γυναίκα. Άλλωστε, μια ματιά να ρίξετε στο λαϊκό μας τραγούδι θα διαπιστώσετε ότι το 90% ασχολείται με την αδικία και την προδοσία που υφίσταται ο άντρας από τη γυναίκα. Ο κύπριος άντρας μην αποτελώντας εξαίρεση έμαθε να συμβαδίζει με την κοινωνία που θεωρεί τη γυναίκα περισσότερο ευάλωτη προς τα πάθη και τα λάθη και στις σελίδες του βιβλίου οι άντρες είναι οι πλέον μπερδεμένοι και συγχυσμένοι, όταν καλούνται να εκφραστούν δημιουργικά και να βγουν έξω από τον ρόλο που τους δόθηκε.
Μέσα από τους χαρακτήρες αυτούς φανερώνεται μια φοβερή πραγματικότητα της ζωής μας. Ότι η σωματική, πνευματική και ψυχική ένωση δύο προσώπων, που είναι το ζητούμενο σε μια σχέση είναι δώρο τις περισσότερες φορές, κι όχι κατάκτηση του ενός ή του άλλου. Πράξη ατομικής επιβεβαίωσης. Αλλά μυστήριο ανέλπιδο και ακατανόητο. Που όταν συλληφθεί από αυτούς που θα λάβουν το δώρο αυτό, τότε ενσυνείδητα τα δύο πρόσωπα αποφασίζουν να εισέλθουν στην περιπέτεια της αγαπητικής ενώσεως τους, άνευ όρων και ορίων, με γνώμονα την ελευθερία τους.
Αυτή την ελευθερία ποθούν οι γυναίκες και οι άντρες της συλλογής αυτής που εν τέλει εκφράζουν τον γενικό πόθο όλων μας...

Πέτρος Λαζάρου

Ο Ποιητής...

Οδυσσέας Ελύτης

...από μικρό παιδί αγαπούσα τη λογοτεχνία και ανακατευόμουνα με τα βιβλία. Κάποτε, μια παράξενη διαίσθηση με έκανε να σκέπτομαι ότι ένα άλλο στρώμα, βαθύτερο, κάτω από το στρώμα των φαινομένων, αποτελούσε την αληθινή ζωή. Και ότι η περιγραφική, η λογική τάξη του λόγου, όπως τη συναντούσα στα μυθιστορήματα που διάβαζα τότε, δεν κατόρθωνε πάντοτε να την αποδώσει. Αλλά ότι υπήρχε μια εντελώς διαφορετική χρήση της γλώσσας, που την έλεγαν λυρική και ότι αυτή είχε τη δύναμη να πλησιάζει και ν' αποκαλύπτει την πραγματικότητα στη βαθύτερη ουσία της, ήταν ένα πράμα που μήτε καν το υποψιαζόμουνα. Χρειάστηκε να περάσει καιρός. Είχα τελειώσει πια το γυμνάσιο, όταν, μια μέρα, ένα τυχαίο γεγονός με έφερε σε επαφή με μερικά από τα καλύτερα έργα συγχρόνων ευρωπαίων ποιητών. Είπα, ένα τυχαίο γεγονός. Αλλά η τύχη, όπως κατάλαβα αργότερα, για έναν ποιητή τουλάχιστον, δεν είναι η απλή σύμπτωση, αλλά το φανέρωμα μιας δύναμης που ο αόρατος μηχανισμός της μας διαφεύγει.
[....] Ως τη στιγμή που έπιασα την πέννα, η προσωπική εμπειρία μου ήταν εντοπισμένη σ' έναν πολύ συγκεκριμένο φυσικό χώρο, που ήταν ο χώρος του Αιγαίου. Ολόκληρη η κατασκευή μου άλλωστε, και η αγωγή μου μπορώ να πω, ήταν νησιωτική - γι' αυτό δεν υπήρχε αμφιβολία. Είχα γεννηθεί στην Κρήτη. Μέσα μου έκλεινα, σαν σε σπόρο, τη μνήμη μιας ατέλειωτης σειράς προγόνων από τη Λέσβο. Και είχα περάσει όλα τα μυθικά καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων σ' ένα μικρό νησί του Αργολικού, απ' αυτά που είχανε παίξει τόσο μεγάλο ρόλο στην Επανάσταση. Μέσα σ' αυτό το θαλασσινό σχολείο, ένα παιδί με μοναχικές τάσεις, ήτανε φυσικό ν' αποκτήσει μιαν εντελώς ιδιότυπη ευαισθησία. Η φαντασία μου αποθησαύριζε εικόνες που αργότερα, όσο μεγάλωνα, έμελλαν να πάρουν μέσα μου προεκτάσεις άλλες, αισθητικές, ψυχικές και ηθικές ακόμη. Ακρογιάλια έρημα μέσα στο εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού' μουράγια με παλιά σκουριασμένα κανόνια' όρμοι παρθένοι κι ανέγγιχτοι, γεμάτοι από τη μυστική ζωή των ψαριών' κήποι κλειστοί και κρεμασμένοι πάνω από τον παφλασμό των κυμάτων' νύχτες που μυρίζανε δεντρολίβανο και ξεχειλίζανε από μυριάδες τριζόνια... Κι αυτά όλα, κατοικημένα από απίθανα πλάσματα, από μυθικές μορφές γυναικών με μακριά μαλλιά και διάφανα σώματα, που κρατούσαν κι έφερναν στα χέρια τους μιαν άλλου είδους αγνότητα. Αυτή ίσως που αντιστοιχούσε στο τοπίο και έλειπε από τη ζωή γύρω μου. Μιαν αγνότητα από ολοκληρωμένες αισθήσεις, που καθαγίαζε ό,τι είχαμε συνηθίσει να ονομάζουμε ταπεινό ή χυδαίο, και που δεν ξεχώριζε το ιδανικό από την ύλη.
Από κει άρχισε να κεντρίζει το ενδιαφέρον μου ο μυστικός μηχανισμός των μεταμορφώσεων που έκλεινε σε λανθάνουσα κατάσταση η πραγματικότητα, και που μόνον η φαντασία μπορούσε ν' αποκαλύψει.

[Το κείμενο είναι από το περιοδικό η λέξη - τ.164/165, Αύγ. 2001]

Ποίηση

...
δεν έχει σημασία αν όταν φωνάξει η αγάπη
εγώ είμαι νεκρή
θα έρθω
πάντα θα έρχομαι
αν κάποτε
μου φωνάξει η αγάπη
...

Αλεχάνδρα Πιθάρνικ
Πρωινό άστρο
(απόσπασμα)

Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν στον ύπνο σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα περιβολάκι
ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη
πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας
για να σεργιανάει το γαλανό όνειρό σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα σταυρουλάκι αυγινό φως
δυο αχτίνες σταυρωτές απ` τους στίχους μου
να σου ξορκίζουν το κακό
να σου φωτάνε
μη μου σκοντάψεις, κοριτσάκι,
έτσι γυμνόποδο και τρυφερό
στ` αγκάθι κ` ενός ίσκιου.

Κοιμήσου.
Να μεγαλώσεις γρήγορα.
Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι,
κ` έχεις δυό πεδιλάκια μόνο από ουρανό.
Κοιμήσου.

Γιάννης Ρίτσος

Ποίηση

Σχήμα

Συ που 'χεις φτερά
και η αδυναμία τα κατάλυσε
τα έκανε και σπάσανε
τώρα υπόμενε την πίκρα
δεχόμενος τα σβησμένα όνειρα
κατάλαβε πως από την αδυναμία σου
δημιούργησες την παρεξήγηση.
Συ που ονειρεύτηκες νάσαι
καθρέφτης καθαρός
της φωτεινής χάρης του ήλιου
νάναι μια στάλα που τον ήλιο αντανακλά
και απ' αυτόν μετά λειώνει και σβήνει
Μάη και Γιούνη το φεγγάρι τ' ολόγιομο
δυο μήνες περάσαν δίχως να το χαρείς.
Μπόρεσε τουλάχιστο καλύτερος να γίνεις
νικώντας τον πόνο που σε τρώει
σαράκι καθημερινό
που σε μακραίνει απ' ό,τι είσαι.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά 1988)

Κριτική βιβλίου

Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης
Ίταλο Καλβίνο
Εκδόσεις Καστανιώτη
2009
Σελ. 333

«Είναι ένα μυθιστόρημα με θέμα την ευχαρίστηση που νιώθουμε όταν διαβάζουμε μυθιστορήματα. Πρωταγωνιστής είναι ο Αναγνώστης που αρχίζει δέκα φορές να διαβάζει ένα βιβλίο και που λόγω κάποιων γεγονότων ανεξάρτητων από τη βούλησή του, δεν κατορθώνει να τελειώσει ποτέ. Χρειάστηκε επομένως να γράψω την αρχή δέκα μυθιστορημάτων γραμμένων υποτίθεται από δέκα συγγραφείς, που όλοι κατά κάποιον τρόπο ήταν διαφορετικοί από μένα και διαφορετικοί μεταξύ τους…»
Με τα λόγια αυτά ο Ίταλο Καλβίνο παρουσίασε στο Μπουένος Άιρες το 1984 το μυθιστόρημά του που ξάφνιασε, συζητήθηκε και τελικά αγαπήθηκε όσο κανένα από τα έργα του. Tο Aν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, (πρώτη έκδοση 1979) υπήρξε όχι μόνο μια αξεπέραστη σπονδή στο λογοτεχνικό είδος του μυθιστορήματος αλλά και το έργο που θεωρείται ότι άνοιξε νέους δρόμους για τη λογοτεχνία του 21ου αιώνα. Μερικοί το θεωρούν ως το αριστούργημα του Ίταλο Καλβίνο, κάποιοι άλλοι ένιωσαν αμήχανα όταν είχε πρωτοκυκλοφορήσει. Αμηχανία όμως προκαλεί και τώρα. Διαβάζεται εύκολα μόνο αν παρακάμψει ο αναγνώστης τη δοκιμιακή του διάσταση. Κάτι που αναιρεί την ουσία του και βεβαίως τη φιλοσοφική του τοποθέτηση. Ο ίδιος ο δημιουργός του το θεωρούσε επιτομή όλου του έργου του.
Στα Ελληνικά επανεκδόθηκε με αναθεωρημένη τη μετάφραση καθώς και χρονολόγιο και εργογραφία στο τέλος. Πρόκειται για ένα κείμενο χωρίς αντιρρήσεις που έχει όμως ξεσηκώσει πολλές συζητήσεις γύρω από τη δομή και το περιεχόμενό του.
Ο πολυσχιδής Καλβίνο μάς δείχνει πώς μπορείς να γράφεις μυθιστορήματα αποδίδοντας σε άλλους την πατρότητά τους και κρατώντας για τον εαυτό σου την απόλαυση της ανάγνωσης. Είναι σαφές ότι η προσπάθειά του εντοπίζεται στην ταύτιση με τον αναγνώστη και αποστασιοποιείται από τους δέκα φανταστικούς συγγραφείς που πλάθει για να δημιουργήσει το «απόκρυφο» μυθιστόρημά του. Ωστόσο ο ίδιος δήλωσε ότι τον διαπερνά η δημιουργική ενέργεια αυτών των δέκα ανύπαρκτων συγγραφέων.
Στόχος του Καλβίνο ήταν να καταδείξει το γεγονός πως το κάθε βιβλίο γεννιέται παρουσία άλλων βιβλίων, σε στενή σχέση και σε αντιπαράθεση με άλλα βιβλία. Πολλοί κριτικοί προσπάθησαν να εντοπίσουν μοντέλα και πηγές για να προσδιορίσουν αυτά τα δέκα incipit αλλά η διαδικασία ή η διαδρομή του συγγραφέα προτείνει δέκα διαφορετικές υφολογικές προσεγγίσεις αλλά και διαφορετική κάθε φορά σχέση με τον κόσμο γύρω από την οποία πυκνώνουν οι αντηχήσεις της προσωπικής και κοινωνικής μνήμης. Ο συγγραφέας θέτει ένα βασικό ερώτημα «Μπορεί κανείς να επιδιώξει το ξεπέρασμα του εγώ πολλαπλασιάζοντας τα εγώ;» και παράλληλα πυροδοτεί το διάλογο γύρω από την κοινωνιολογία της ανάγνωσης.
Ανάγνωση λοιπόν δέκα διαφορετικών (μήπως και συγκλινόντων;) αφηγημάτων για τα οποία κάποιοι ακαδημαϊκοί ισχυρίστηκαν ότι μπορούν να λειτουργήσουν αυτόνομα. Έτσι έχουμε ένα αισθησιακό, ένα πνιγμένο στις υποψίες, ένα ενδοσκοπικό – συμβολικό, ένα λογικό και γεωμετρικό, ένα έντονα ερωτικό, ένα αρχέγονο, ένα αποκαλυπτικό, ένα επαναστατικό, ένα βίαιο, ένα γεμάτο εμμονές. Ο συγγραφέας συμβιώνει με τα δέκα ξεκινήματα και την μετέωρη εξέλιξη του καθενός και στην ουσία απεικονίζει την ανάγνωση μυθιστορημάτων που διακόπτονται. Ο φυσικός αποδέκτης και καρπωτής του μυθιστορηματισμού (ας επιτραπεί εδώ ο όρος) είναι ο ίδιος ο μέσος αναγνώστης. Κι αν σημασία έχει η γραφή πάντοτε, τότε και μαζί της, η ανάγνωση.
Δεν αντέχεται η πραγματικότητα για τον Αναγνώστη και την Αναγνώστρια που εμπλέκονται παράλληλα σε ένα ερωτικό (;) παιχνίδι και μια προσπάθεια να φτάσουν στο τέλος μιας ιστορίας. Οι ιστορίες όμως δεν τελειώνουν ποτέ. Κι αυτή η ανατροπή -ένα ρήγμα αλήθειας στη σκηνοθεσία, θα μπορούσε να αποτελέσει και μεθοδολογικό εργαλείο ψυχολογικής έρευνας ή εγχειρίδιο διαπεραστικής και διαπλατυμένης σκηνοθετικής άποψης. Αυτό το μπες βγες στο πραγματικό και το σκηνοθετικά πραγματικό οδηγεί και στο κέντρο της ανάγνωσης του βιβλίου που δεν είναι τόσο το «λογοτεχνικό» όσο το «μυθιστορηματικό».
Δύσκολο περίπτωση βιβλίου για κατακαλόκαιρο. Πάει καλύτερα το χειμώνα, όχι λόγω τίτλου αλλά γιατί τότε μαζεύεται ο αναγνώστης, περιορίζει το φαντασίωση και αναπτύσσει ίσως πιο πολύ τη δεκτικότητά του στην ανατροπή των άλλων και στο σισύφειο ημιτελές.




Έλενα Χρ. Σάββα

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Βιβλίο

Πικρά κεράσια
Δημήτρης Αλεξίου
Εκδόσεις Διόπτρα
Σελ. 434

Πρόκειται για ένα τρυφερό, ευκολοδιάβαστο μυθιστόρημα που καταγράφει τις προσωπικές ιστορίες των μελών μιας μικρασιατικής οικογένειας. Τριτοπρόσωπη αφήγηση, γοργός ρυθμός, ανατροπές και τα προσωπικά βιώματα εξελίσσονται παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα που σημαδεύουν την Ελλάδα από το 1922 μέχρι τις μέρες μας. Τρεις γενιές ανθρώπων, γάμοι, γεννήσεις, πάλη για επιβίωση, καταστροφές, δοκιμασίες, αρρώστιες και θάνατοι με τα κεράσια να έχουν πρωταγωνιστικό και καθοριστικά μοιραίο ρόλο. Ο έρωτας ως κινητήρια δύναμη ζωής και ο θάνατος ως μετάβαση ή ανάπαυση.
Η γραφή του Αλεξίου είναι ενδιαφέρουσα, ελκυστική και δεν κουράζει. Η πένα του αναδύει γλυκά νοσταλγικά αρώματα κι ανάγλυφες εικόνες, μιας άλλης εποχής,  που σε προκαλεί και σε προσκαλεί να την συναντήσεις, να την κατανοήσεις. Μια γυναικεία μορφή, δεσπόζει με την παρουσία της, σε κάθε σελίδα του βιβλίου και κερδίζει τις καρδιές των αναγνωστών του : Η Πλουσία σε αρετές, σε συναισθήματα, σε ψυχικές δυνάμεις. Τα κεράσια, άρρηκτα συνδεδεμένα μαζί της, αφού την διάλεξαν από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε κάτω από την κερασιά και της έδωσαν τη γλύκα, το χρώμα και την ομορφιά τους - ενίοτε και τη στυφάδα τους, και τη σκληράδα του κουκουτσιού τους...

Ο ξεριζωμός του ΄22, κατόρθωσε να βγάλει από την τροχιά της, την στρωμένη με κεράσια τρίχρονη ύπαρξή της, αλλά όχι και το χαμόγελο από το πανέμορφο μουτράκι της. Αρχικά στη Σάμο κι έπειτα στην Αθήνα, η Πλουσία και ό,τι απέμεινε απ' την οικογένειά της, πάλεψαν για μια καινούρια αρχή, με καινούριες συνθήκες, καινούρια πρόσωπα και καινούριες σχέσεις. Όσες φορές το καλά πληροφορημένο αισθητήριό της, έπιανε μια αλλαγή, εκείνη την απέδιδε στα κεράσια της, που κόκκινα στο αίμα της προανήγγελλαν είτε το σκιώδη καλπασμό του πολέμου του ΄40, είτε την απόγνωση της Κατοχής και του Εμφυλίου, είτε τα σκληρά χρόνια της Δικτατορίας και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου είτε τον ερχομό ή την αναχώρηση από το σκηνικό της ζωής των αντρών που αγάπησε, πατεράδες, συζύγους, γιους, εγγόνια. Είναι ο αγώνας μιας γυναίκας και μιας οικογένειας να ζήσει καλά, αγαπώντας και φροντίζοντας ο ένας τον άλλο, με αλληλεγγύη, εντιμότητα και συχνά με αυταπάρνηση. Είναι η οικογένεια μιας γυναίκας που έζησε με πάθος και τόλμη, θέλοντας να γευτεί κάθε χαρά και κάθε θλίψη που η ζωή της χάριζε. Να γευτεί και το τελευταίο κουκούτσι από τα κεράσια της.
 Το κερασοκόριτσο, ισορροπεί ανάμεσα στο μύθο και την πραγματικότητα, το γλυκό και το πικρό, την αλήθεια και το μυστήριο. Με αντοχές που μοιάζουν ανεξάντλητες, ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της, όπως η δεύτερη πατρίδα της που μέσα από την δική της ιστορία, ξεπετάγεται, μια λαβωμένη Ελλάδα που όσο κι αν κλονίζεται, δεν πέφτει, δεν χάνεται οριστικά, σηκώνει τα μανίκια κι ανασυγκροτείται.
Στα θετικά του βιβλίου, ο σεβασμός του συγγραφέα προς του ήρωές του, η χωρίς βία αναδίπλωση των χαρακτήρων, η αρρενωπή και γρήγορη ματιά του στα γεγονότα. Στα αρνητικά, το υπερβολικό στοιχείο των κερασιών που ενίοτε προσδίδει στην αφήγηση μια ρομαντική αφέλεια καθώς και η τοποθέτηση του συγγραφέα στα κοινωνικά φαινόμενα ή στις ατομικές επιλογές των προσώπων.

Έλενα Χρ. Σάββα